Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

Η εχθρότητα της Ορθοδοξίας προς το Ευαγγέλιο

Αντιγραφω απο http://roides.wordpress.com/2014/02/15/15feb14/


Οι απαγορεύσεις της Μετάφρασής του
Ιππόλυτος Helyot: «Έλληνας Πατριάρχης Ιεροσολύμων», από το «The History of the Religious and Military Monastic Orders…» -1792.
Ιππόλυτος Helyot: «Έλληνας Πατριάρχης Ιεροσολύμων», από το «The History of the Religious and Military Monastic Orders…» -1792.
Η φοβία της Ιεραρχίας της Ελληνορθοδοξίας προς τον καθαρό χριστιανικό λόγο, εκδηλώθηκε με την αγχώδη προσπάθεια να εμποδίσει την μετάφραση του Ευαγγελίου και γενικά της Αγίας Γραφής στη Νέα Ελληνική. Γνώριζαν οι Αρχιερείς πως κάποιοι πιστοί θα ανακάλυπταν πως η «Ορθοδοξία» είναι μια παραχάραξη της ευαγγελικής διδασκαλίας. Με το πρόσχημα που είχε χρησιμοποιήσει ενάντια στο Λούθηρο και η Μητέρα της, η επίσης εχθρική προς το μήνυμα του Ευαγγελίου παπική Ρώμη, που μόνο τρεις γλώσσες (εβραϊκή, ‘αρχαία’ ελληνική, λατινική) αναγνώριζε ως ευαγγελικές, πως ο λαός δεν είναι άξιος να κατανοήσει το περιεχόμενό του ή ακόμη χειρότερα με την δικαιολογία ότι η ασάφεια των «δυσνόητων» (!) λόγων του Ιησού θα οδηγούσε σε παρερμηνείες και αιρέσεις, πολεμήθηκε λυσσαλέα η μετάφρασή του στην Ν.Ελληνική. Στους πιο φανατικούς και καθυστερημένους κύκλους των πολέμιων της μετάφρασης, ασφαλώς υπήρχε ως αιτία και ο ανόητος φόβος των «ύπουλων» καλβινικών επιρροών στο κείμενο, αφού οι μεταφράσεις συνήθως χρηματοδοτούνταν από τη προτεσταντική Δύση.
Το 1638, λίγο μετά το στραγγαλισμό του πατριάρχη Κύριλλου Λούκαρι,  εκδόθηκε στη Γενεύη «εις απλήν διάλεκτον»  η Κ.Διαθήκη, με έξοδα του Ολλανδού πρέσβη της Ιστανμπούλ, προλογιζόμενη μάλιστα σε λαϊκή γλώσσα από τον καλβινίζοντα πατριάρχη. Ο τελευταίος είχε αναθέσει τη μετάφραση το 1929 στο μοναχό Μάξιμο (Ρώδιο) Καλλι(ου)πολίτη, έναν πρώην μαθητή του καθαιρεμένου κληρικού και αριστοτελικού φιλόσοφου Θεόφιλου του Κορυδαλλέα. Ο Μάξιμος εγκαταστάθηκε στην ολλανδική πρεσβεία της Πόλης της οποίας πρεσβευτής ήταν ο Κορνήλιος Haga και δούλευε με τη βοήθεια του εφημέριού της θεολόγου Αντώνιου Leger. Το έργο του Μάξιμου που είχε πεθάνει ήδη αιφνιδιαστικά από το Σεπτέμβρη του 1633, είχε τελειώσει από το 1632. Το προλόγισε και έβαλε τις τελευταίες πινελιές ο ίδιος ο πατριάρχης. Όμως δέχτηκε επιθέσεις από πολλούς όπως τον Ιεροκήρυκα της Μεγάλης Εκκλησίας Μελέτιο Συρίγο: «Κατά των καλβινικών κεφαλαίων, και ερωτήσεων κυρίλλου του λουκάρεως, Αντίρρησις». …. Διά δαπάνης τε, και επιτροπής, του πανεκλαμπροτάτου, ευσεβεστάτου τε, και γαληνοτάτου, αυθέντου και ηγεμόνος πάσης ουγκροβλαχίας, κυρίου, κυρίου, ιωάννου Κωνσταντίνου μπασαράμπα βοεβόδα.. Εν τη περιφήμω πόλει μπουκουρέστι της Ουγκροβλαχίας…”. Αργότερα ο Μελέτιος εξορίστηκε από το βίαιο «λουκαρικό» πατριάρχη Παρθένιο Β’ (γνωστό και ως Γολιάθ), στη Χίο. (Tomasz Kamusella ‘The Politics of Language and Nationalism in Modern Central Europe’-2008).
Ο Λούκαρις, που ο πατριάρχης Αλεξανδρείας (και Κονγκό Μπραζαβίλ) κ.Θόδωρος Χορευτάκης, για λόγους προσωπικής προβολής και εκκλησιαστικού τοπικισμού τον ανακήρυξε (2009) Άγιο, ήταν ένας αντιφατικός άνθρωπος, σίγουρα όμως ένας κορυφαίος πατριάρχης με όχι μόνο όραμα προσωπικής ανέλιξης. Αυτός βέβαια είναι υπεύθυνος για τη μιτροφορία των ελληνορθόδοξων επισκόπων, αφού μετέφερε στην Πόλη το αισχρό αλεξανδρινό έθιμο της πατριαρχικής σατραπικής μίτρας, που αργότερα φορέθηκε από όλους τους. Κληρονόμησε την έδρα της Αλεξάνδρειας από το θείο του Μελέτιο μόλις 29χρονος. Δεν δίστασε να εγκαταλείψει το πολύ μικρό και χειμαζόμενο ποίμνιό του για να γίνει πατριάρχης στην Πόλη. Αγόρασε πέντε ή έξι φορές τον πατριαρχικό θρόνο, αφού οι αντίπαλοί του μητροπολίτες, με κορυφαίο τον φιλοπαπικό πρώην προστατευόμενό του και μετέπειτα πατριάρχη, Κύριλλο από το Χαλέπι, τον συκοφαντούσαν στο Σουλτάνο για να αρπάξουν το θώκο του, καταφέρνοντας στο τέλος να τον εξοντώσουν και να εξοντωθούν και οι ίδιοι (Hering G., ‘Οικουμενικό Πατριαρχείο και Ευρωπαϊκή Πολιτική, 1620-38’, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής. Τραπέζης, Αθήνα 1992, μτφρ Δ.Κούρτοβικ ). Ο αγώνας του για τη μετάφραση της Αγ.Γραφής, μπορεί να αποδοθεί στην επιθυμία του να ικανοποιήσει τους φίλους του Προτεστάντες, την πολιτική στήριξη των οποίων είχε ανάγκη. Το πιθανότερο όμως είναι να είχε και ειλικρινή κίνητρα ευαγγελισμού των Ρωμιών, που ήταν βυθισμένοι σε φοβερές προλήψεις και άγνοια της χριστιανικής διδασκαλίας, υποχείρια των ρασοφόρων λαθρέμπορων της πίστης. Πολλοί τον θεωρούν έναν κρυφό Ευαγγελικό, άλλοι απλώς έναν ρεαλιστή πολιτικό, που ήθελε να αποκρούσει την παπική διείσδυση στα χωράφια του. Η περίφημη «Ομολογία» του («Confessio fidei reverendissimi domini Cyrilli Patriarchae Constantinopolitani nominee et consensus Patriarcharum Alexandrini et Hierosolymitani, aliarumque Ecclesiarum orientalium Antistitum, scripta Constantinopoli mense Martio 1629»), που κυκλοφόρησε εκτεταμένα στην προτεσταντική Δύση, βάζοντάς τον στο στόχαστρο των Καθολικών (Γάλλων) πρεσβευτών στην Πύλη, αποτελεί μια πολύ γενναία προσπάθεια να καταδικαστούν οι αιρετικές διδασκαλίες της Ανατολικής Εκκλησίας, που ολοφάνερα αντίκεινται στο Ευαγγέλιο: «…δεν αποβάλλουμε τις εικόνες που είναι επίσημη τέχνη, αλλά έχουμε εικόνες και του Χριστού και των αγίων για όσους το επιθυμούν. Απορρίπτουμε όμως τη λατρεία και την πίστη σ’ αυτές επειδή απαγορεύεται από το Άγιο Πνεύμα στην Αγία Γραφή, για να μη κάνουμε το λάθος και αντί να προσκυνήσουμε τον Κτίστη και Ποιητή, να προσκυνούμε χρώματα, τέχνη και κτίσματα. Και όποιον πιστεύει κάτι διαφορετικό τον θεωρούμε άθλιο που έχει βαθύ σκοτάδι στο μυαλό και την καρδιά του πωρωμένη….» (Μτφρ στη Δημοτική της «Ελληνικής Ευαγγελικής Εκκλησίας»). Η Ορθόδοξη Εκκλησία προσπάθησε και προσπαθεί ακόμη δειλά (γιατί διαφώνησαν Σύνοδοι, κληρικοί και Θεολόγοι), να ισχυριστεί πως η ‘Ομολογία’ ήταν πλαστή, ο Κύριλλος όμως δεν δημοσίευσε ποτέ κάποια αποδοκιμασία της, όπως θα του ήταν εύκολο να κάνει.
ecclessia-evangelio2Ο Αλεξανδρείας Μητροφάνης, πνευματικό τέκνο του Λούκαρι, χάρις στον οποίο σπούδασε στη Δύση, είχε μεν μεταφράσει «εις το απλό ελληνικόν» την Κ.Διαθήκη, αλλά δεν  δίστασε να συνυπογράψει το ανάθεμα κατά του εκθρονισμένου ευεργέτη του, αποκηρύσσοντας παράλληλα και τη φερόμενη ως «μητροφάνεια» καλβινίζουσα ομολογία που είχε εκδοθεί στη Δύση. Η Σύνοδος που συνεκλήθη για να καταδικάσει την προτεσταντική Ομολογία του Λούκαρι το 1672 στα Ιεροσόλυμα από τον πατριάρχη Δοσίθεο, αποδοκίμασε την μετάφραση των Γραφών, διακηρύσσοντας πως δεν μπορούν τα ιερά κείμενα να διαβάζονται από τον λαό, παρά μόνο από τους «γεγυμνασμένους επί σοφία», δηλαδή από τους πονηρούς και αγράμματους ιερωμένους χριστοκάπηλους.
Στις αρχές του 18ου αιώνα (1703), ένα φτωχόπαιδο που στρατολογήθηκε στον κλήρο για να μπορέσει να μορφωθεί και για να επιβιώσει, ο Λέσβιος μοναχός και διάκος Σεραφείμ (Στέφανος Πωγωνάτος), έχοντας ταξιδέψει στη Δύση και διευρύνει τους πνευματικούς του ορίζοντες, μετέφρασε αρχικά με την οικονομική βοήθεια του Αγγλικανού Αρχιεπισκόπου Θωμά Tenison και αργότερα με τη χρηματοδότηση πλούσιων πιστών και βρετανικών βιβλικών οργανώσεων  την Κ.Διαθήκη, κατηγορώντας τους Αρχιερείς πως ήθελαν τον λαό αμαθή για να μπορούν να συμπεριφέρονται αναίσχυντα. Στον πρόλογό του διέσυρε τους Επισκόπους γράφοντας πως εκπόνησε την μετάφραση για ιερείς και για κάποιους Αρχιερείς που δεν καταλαβαίνουν την ελληνική. (Κυριάκος Κ. Παπουλίδης: «Το πολιτικό και θρησκευτικό κίνημα του Ιεροεθνισμού και οι πρωτοπόροι του: Σεραφείμ ο Μυτιληναίος», Αφοί Κυριακίδη-2008). Είναι χαρακτηριστικό πως ο Σεραφείμ δεν θέλησε να προκαλέσει με τη μετάφραση κι ίσως γι’αυτό (μπορεί και από άγνοια), δεν τόλμησε να παραλείψει το πλαστογράφημα του ‘Ιωάννειου κόμματος’ (στην 1η επιστολή του Ιωάννη), που είχε εμφυλοχωρήσει κάπου τον 4ο αιώνα από χέρια ρασοφόρων για να στηρίξει την, ανατολικής (παγανιστικής παράδοσης) προέλευσης και πολυθεϊστικού χαρακτήρα, επινόηση της Αγίας Τριάδας.
Το 1704 ο πατριάρχης Γαβριήλ Γ΄ απαγόρευσε την κυκλοφορία της «ανωφελούς» μετάφρασης. Το 1714 ο Σεραφείμ δέχτηκε τη βάρβαρη επίθεση ενός άθλιου Λαρισαίου λόγιου, του μαθητή του ιεροδιάκονου Φραγκίσκου Φιλόθεου Προσαλέντη, Αλέξανδρου Ελλάδιου, εγγονού ενός ηγούμενου και προπαγανδιστή της αδιάσπαστης συνέχειας του ελληνισμού, που με το βιβλίο του “Η σημερινή κατάστασις της Γραικικής Εκκλησίας” (εικ.2), υποστήριξε πως ο ελληνικός λαός που θεωρείτο από τους διανοούμενους της Δύσης αμαθής, κατανοούσε το αρχαίο κείμενο των Γραφών, άρα η μετάφραση περίττευε, ενώ παράλληλα έβριζε τον Σεραφείμ τον οποίο παρουσίαζε ως κοινό αλήτη και κλέφτη. Αν αυτές και χειρότερες υπήρξαν οι αντιδράσεις για μεταφορά στην ελληνική, η μετάφραση στις βαλκανικές γλώσσες συνάντησε σφοδρότατες αντιδράσεις από το πατριαρχείο αφού εδώ έμπαινε και ο πολιτικός παράγων. Το πατριαρχείο έτρεμε και σωστά προέβλεπε τις εθνικές αφυπνίσεις των βαλκανικών λαών, που θα οδηγούσαν στην διοικητική τους χειραφέτηση από την εξουσία του ρωμέικου πατριαρχείου. Ο Σεραφείμ που ήταν και  στέλεχος της “Απελευθερωτικής Εταιρείας”, προδρόμου της Φιλικής, περιήλθε την Ευρώπη για τους σκοπούς της Επανάστασης και εξελίχθηκε σε καθηγητή της Ρωσικής Βασιλικής Ακαδημίας. Μετά τον θάνατο όμως του προστάτη του μεταρρυθμιστή τσάρου Μ.Πέτρου και των δυο διαδόχων του Αικατερίνης Α΄ και Πέτρου Β΄,  συνελήφθη όταν βασίλευε η Άννα Ιβάνοβνα και ανακρίθηκε στην μονή Νιέφσκι, όπου υπήρχε σαν ντοκουμέντο της ενοχής του αντίτυπο του βιβλίου του Ελλαδίου. Διέφυγε την θανατική ποινή αλλά πέθανε εξόριστος στη Σιβηρία το 1735 στα μπουντρούμια του φοβερού Οχότσκ στον Ειρηνικό Ωκεανό, απέναντι από την χερσόνησο Καμτσάτκα. Άντεξε εκεί ζωντανός μόλις τρία χρόνια (Στ. Μπαϊρακτάρη, «Οι μεταφράσεις της Αγίας Γραφής στην Απλοελληνική κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας», Αθήνα-1995, και «Σεραφείμ Μυτιληναίος, ο λησμονημένος πρωτοπόρος», Αθήναι-1973).
Το 1818 κάτω από την αιγίδα της ‘Βρετανικής Βιβλικής Εταιρείας’ ο αρχιμανδρίτης Ιλαρίων ο Σιναϊτης ο Κρης, με την έγκριση του Γρηγορίου του Ε’ ξεκίνησε μια νέα μετάφραση. Όμως το 1823 ο πατριάρχης Άνθιμος ο Γ΄, εξαπολύει εγκύκλιο εναντίον κάθε νεοελληνικής μετάφρασης συνεπικουρούμενος από τον Ματθαίο της Κυζίκου, που απάντησε με την «Αντίρρησίν» του στην πρόταση του Ιλαρίωνα να ερωτηθεί ο λαός αν θέλει μετάφραση, πως αυτό είναι «αδιανόητον». Ο Ιλαρίων προσδοκούσε κέρδη από τη μετάφραση και δεκάρα δεν έδινε για το λαό. Ήταν ένα αισχρό υποκείμενο που αργότερα κάθισε στο σβέρκο του βουλγαρικού λαού ως μητροπολίτης Τυρνόβου. Αρχιλογοκριτής του πατριαρχικού τυπογραφείου και χωροφύλακας διώκτης του Διαφωτισμού (Φίλιππος Ηλιού: «Τύφλωσον κύριε τον λαόν σου»-Πορεία, 1998) “μοιχός της Εκκλησίας ιερεύς χρεώκοπος, με παντοίας ανοσιουργίας μολυσμένος…”, ο οποίος όπως εξιστορεί ο προοδευτικός γιατρός και λόγιος Ν.Πίκκολος “εδαιμονίσθη και ύβρισεν άπειρα όλους τους εν Παρισίοις σπουδάζοντας. Εμένα δε μ’εφοβέρισε να με προδώση εις την Πόρταν (τον Σουλτάνο)…..διορισθείς θυρωρός της τυπογραφίας…έδωκε γνώμην να παιδευθούν με ποινήν θανάτου πέντε εξ από τους θέλοντας να ενσπείρουν επανάστασιν….Ιδών …την λέξιν Ελευθερίαν εμάνη και είπεν ότι θέλει φέρει τον Κοραήν σιδεροδέσμιον… ο Άγιος Μουλαρίων ενήργησε να δοθή πατριαρχική προσταγή εις τους βιβλιοπώλας να μη πωλούν κανέν βιβλίον πριν το δείξωσιν εις την Πανοσιότητά του”. Σε άλλο γράμμα κάποιου Σ.Π. που εμφανίζεται ως έμπορος από το Ιάσιο αναφέρεται η προηγούμενη δράση του Ιλαρίωνα που “κατηνάλωσεν ασώτως τα πουγγεία του Σινά όρους, τους ιδρώτας των πτωχών εις μεγαλοπρεπή δώρα προς τους ανθρώπους του Καπουδάν Πασά….προς δε τας κυρίας επρόσφερε σάλια και άλλα πολύτιμα δώρα δια να τας απολαμβάνη ευκολώτερα, εις χαρτοπαίγνια…εις τον πολυάριθμον χορόν υπηρετών, γραμματέων, κωπηλατών, μαγείρων, βαπτιστικών, κουμπάρων…”. Το 1819, ο Ιλαρίων εντόπισε φυλλάδιο τιτλοφορούμενο “Στοχασμοί του Κρίτωνος”, το οποίο ζητούσε να περιορισθεί το ιερατείο στα εκκλησιαστικά καθήκοντα και το παρέδωσε στις φλόγες δημοσίως μέσα στην αυλή του πατριαρχείου με σύμφωνη γνώμη του Γρηγορίου Ε΄. Το 1836 η πατριαρχική Σύνοδος όρισε να καίγονται οι μεταφράσεις των Γραφών. Το 1828, ο κληρικός Κωνσταντίνος Τυπάλδος Ιακωβάτος, μετέπειτα μητροπολίτης Σταυρουπόλεως, ανέλαβε επ’αμοιβή την μετάφραση της Γραφής για λογαριασμό της “Βιβλικής Εταιρείας”, αλλά οι αντιδράσεις του πατριαρχείου, τον αποθάρρυναν και εγκατέλειψε. Εχθρός της μετάφρασης  της Αγ. Γραφής ήταν και ο πρόεδρος της Ι.Συνόδου μητροπολίτης Κυνουρίας Διονύσης Παρδαλός (1835), διώκτης του Καϊρη.
Τo 1836 στη Σύρο ο όχλος καίει τις “προτεσταντικές” Βίβλους των ξένων μισσιοναρίων, επιτίθεται σε Χιώτες εμπόρους που δεν έχουν στα σπίτια τους εικόνες και λιθοβολεί το σπίτι του Αγγλικανού ιεραπόστολου Henry Daniel Leeves, που κατηγορήθηκε πως κήρυττε το Ευαγγέλιο. Όπως διηγείται ο ίδιος, είχε προηγηθεί η θαυματουργική αποκάλυψη κοκάλων κατσίκας στη Νάξο παρουσία του επισκόπου, του κλήρου και χιλιάδων λαού από τα γύρω νησιά  ύστερα από προφητεία που κυκλοφόρησε πως θα βρεθεί σταυρός στη θέση όπου έπρεπε να χτιστεί ναός. Ανάμεσα σε αναγγελίες θεραπειών σε χαζούς και αρρώστους, ένας γερόπαπας που προσπάθησε να πει πως δεν επρόκειτο για λείψανα αγίων «φοβήθηκε για τα δικά του κόκαλα και σιώπησε». Ο Leeves πέθανε το 1845 μετά από πλούσια ιεραποστολική δράση στην Ιστανμπούλ στη Συρία και στην Ελλάδα. Ήταν πραγματικός φίλος των Ρωμιών, επεδίωκε τον επαναευαγγελισμό τους έτσι ώστε να καταπολεμηθούν οι δεισιδαιμονίες τους και έγινε μάρτυρας των γεγονότων της θανάτωσης του πατριάρχη Γρηγορίου, για τον οποίο μιλάει με συμπάθεια: «Χθες, ο γέρος και σεβάσμιος Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως συνελήφθη και σήμερα το πρωί κρεμάστηκε ταπεινωτικά μπρος από την πύλη της Εκκλησίας του («Report of the British and Foreign Bible Society, with Extracts of Correspondence», volume the sixth for the years 1820 & 1821”, 9.4.1821).  
ecclessia-evangelio3       Την 1η Μαϊου του 1839 ο αντιδραστικός Γρηγόριος ο Στ΄, αποκάλυψε τους ενόχους που κρύβονται πίσω από την μεταφραστική κίνηση. Επρόκειτο για τους «λαοπλάνους λουθηροκαλβινιστάς» (Μ.Γεδεών «Κανονικαί διατάξεις των πατριαρχών»). Το Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς επιτέθηκε στο φωτισμένο δάσκαλο και αγωνιστή του ‘21 Θεόφιλο Καϊρη: «(«Περί της νεωστί αναφανείσης αντιχρίστου διδασκαλίας του Θεοσεβισμού»). Το 1850 ο καινοτόμος και λογιότατος αρχιμανδρίτης Νεόφυτος Βάμβας, δημοσίευσε μετάφραση της Γραφής, η οποία αποδοκιμάστηκε από τον ίδιο Γρηγόριο Στ΄, από τον αντιδραστικό πρωτοπρεσβύτερο Κωνσταντίνο Οικονόμου και από τη Σύνοδο της ελλαδικής Εκκλησίας. Η μετάφρασή του θεωρήθηκε ο Δούρειος Ίππος της Διαμαρτύρησης μέσα στο ορθόδοξο κοπάδι. («A history of the British and Foreign Bible Society», τ. 3, σ.240. Εκδ. Βιβλικής Εταιρείας). Ο ίδιος απάντησε το αυτονόητο: «Όστις εμποδίζει την μετάφραση των γραφών κλείει την Βασιλεία του Θεού έμπροσθεν των ανθρώπων και υπόκειται εις “το Ουαί”, εις το οποίο καταδίκασε ο Κύριος ημών τους Γραμματείς και Φαρισαίους». Είναι προφανές πως η ηγεσία της Εκκλησίας, ολοκληρωτικά άθεη και κινούμενη από καθαρά συντεχνιακό συμφέρον, δεν ήθελε να χάσει το διαμεσολαβητικό της ρόλο μεταξύ «θεού» και ποιμνίου, καθώς και το δικαίωμα της διαστρέβλωσης του ευαγγελικού κηρύγματος.  Στο πνεύμα αυτό κινήθηκε και το «Γράμμα συνοδικόν κατά της μεταφράσεως των Αγ.Γραφών», στο οποίο τονιζόταν ότι η μετάφραση είναι απαγορευμένη, περιττή και ανωφελής (M.I.Γεδεών, στις Κανονικές διατάξεις «των αγιωτάτων πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως»-1888).
Το 1897 η Ρωσίδα βασίλισσα της Ελλάδας Όλγα, διαπίστωσε πως οι τραυματίες του οπερετικού «ατυχούς» πολέμου, τους οποίους επισκεπτόταν μοιράζοντας Κ. Διαθήκες, δεν μπορούσαν να τις διαβάσουν. Ζήτησε τότε από τη Σύνοδο να επιτρέψει  τη μετάφρασή της. Παρά την ευμενή διάθεση του Αθηνών Προκόπιου, ενός πραγματικά καλλιεργημένου κληρικού με σπουδές στη Μόσχα, στη Γενεύη και στη Χαϊδελβέργη, που ήθελε βέβαια και να είναι αρεστός στο παλάτι, ομόφωνα η υπόλοιπη Σύνοδος απέρριψε το αίτημα. Το 1901 ο Αλέξανδρος Πάλλης, δημοσίευσε στην “Ακρόπολη” του Γαβριηλίδη σε συνέχειες την μετάφραση του Ευαγγελίου, πράγμα που προκάλεσε την αποδοκιμασία της Ιεραρχίας και του πατριάρχη Ιωακείμ. Μάλιστα η ειλικρινής προσπάθεια της πραγματικά πιστής και πονόψυχης βασίλισσας η οποία είχε προηγηθεί, εντάχθηκε τώρα κάτω από το φως της υποτροπής, σε συνωμοσία του πανσλαβισμού (του τότε εθνικού κίνδυνου), δίνοντας την ευκαιρία στον όχλο των ευσεβών πατριωτών να φωνάζει «Κάτω η Σλάβα». Στις 27 Οκτωβρίου  1901 οι «Καιροί» ρίχνουν το σύνθημα «Πυρπολήσατε την μετάφρασιν της Σλαύας…είνε έργον Σλαυϊκόν». Επακολούθησε δημόσια καύση της νεοελληνικής απόδοσης, επίθεση στα γραφεία της εφημερίδας, αιματηρή εξέγερση των θρησκόληπτων φοιτητών και του όχλου, επίθεση στην Αρχιεπισκοπή με νεκρούς και τραυματίες, παραίτηση του Αρχιεπισκόπου και της κυβέρνησης, διακοπή των δημοσιεύσεων της ‘Ακρόπολης’, αίτηση συγνώμης από την εφημερίδα και απαγόρευση χρήσης της μετάφρασης. Ο Προκόπιος κλείστηκε σε μοναστήρι και πέθανε, πιθανόν από μαρασμό, μετά από λίγους μήνες. Μετά τα γεγονότα αυτά που ονομάστηκαν «Ευαγγελι(α)κά», χρειάστηκε να φθάσουμε στο 1975 για να επιτρέψει το Σύνταγμα της μεταπολίτευσης την μετάφραση της Αγ.Γραφής, διατηρώντας όμως το δικαίωμα δίωξης αν κριθεί πως προσβάλλεται η θρησκεία.
Η Εκκλησία έχασε μία μάχη, αλλά όχι και τον πόλεμο, αφού ελάχιστοι λαϊκοί άνθρωποι διαβάζουν τα Ευαγγέλια και ακόμη λιγότεροι έχουν το θάρρος, το ενδιαφέρον ή την ικανότητα να επισημάνουν τις αντιφάσεις τους, ή να συγκρίνουν το πνεύμα τους με την αντιχριστιανική πρακτική και με τα εξωφρενικά δόγματα της Ανατολικής Εκκλησίας. Το δηλητηριώδες με κάθε λογής δεισιδαιμονικές βυζαντινές αναθυμιάσεις νεφέλωμα της “Ιεράς Παράδοσης”, ήλθε να σταθεί ισόκυρο με τον ευαγγελικό λόγο, να τον συσκοτίσει και να δικαιολογήσει τα πάντα. Τα τελευταία ψήγματα χριστιανικού ήθους, έχουν χαθεί κάτω από το βάρος αντιδραστικών πολιτικών σκοπιμοτήτων,  εθνικιστικών ιδεολογημάτων, εξουσιαστικών συμπεριφορών, νεκρών τύπων, αποκρυφιστικών λατρειών ακόμη και πτωμάτων και θαυματουργών εικόνων, ανήθικων αγιοποιήσεων, παγανιστικών τελετουργιών, προκλητικών αγυρτιών και αχαλίνωτων κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων, ακόμη και επιχειρηματικής μορφής, που δεν αφήνουν ούτε μόριο οξυγόνου σε ότι καλό κομίζει ο ευαγγελικός σπόρος για να βλαστήσει. Σήμερα μια μεγάλη μερίδα της έμμισθης κρατικής-εθνικής Ιεραρχίας, πιστεύει στα σοβαρά ή απλά διακινεί τα αντιχριστιανικά ιδεολογήματα του περιούσιου «ελληνικού Έθνους» (του μόνου που δικαιούται να ελέγχει τα προσκυνήματα των ‘Αγίων Τόπων’) και της ιερότητας της ελληνικής γλώσσας του Ευαγγελίου, η κατίσχυση της οποίας έναντι της “μαλλιαρής” δημοτικής, αποτελεί καθήκον της Εκκλησίας. Συγχέει μάλιστα αφόρητα την Ορθοδοξία με τον Ελληνισμό, λησμονώντας ότι η μεν πρώτη είναι πολυφυλετική ο δε δεύτερος προϋπήρξε της Ορθοδοξίας, με δικό του ξένο και συχνά αντίθετο προς αυτήν πολιτισμό. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως σύσσωμη η Ιεραρχία χωρίς ούτε μια εξαίρεση, με πρώτον τον “αντιναζιστή” Μεσσηνίας Χρυσόστομο, θεωρεί απολύτως φυσικό να ευλογούνται τα ορμητήρια των ναζιστικών Ταγμάτων Εφόδου. Όμως ένας τίμιος άνθρωπος, ο καθηγητής της Θεολογικής Σάββας Αγουρίδης ομολογούσε: “Το θλιβερό μ’εμάς τους Ορθοδόξους είναι ότι αποστρεφόμαστε την αυτοκριτική, κι έχουμε μια δοξολογική τοποθέτηση, όταν μιλάμε για το παρόν μας είτε για το παρελθόν μας. Ζώντας κάτω από δυσμενείς συνθήκες…η ελληνική Ορθοδοξία δεν είχε δυστυχώς την άνεση ούτε να κοιτάξει τον εαυτό της με μεγαλύτερη αντικειμενικότητα” (“Μοναχισμός”-1997).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου