Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

Η εκκλησία και το κρυφό σχολειό

 
Ο μύθος του κρυφού σχολειού είναι τριπλός και διαμορφώθηκε οριστικά πολύ αργά, μόλις στα τέλη του 19ου αιώνα. Όσον αφορά το πρώτο σημείο (τριπλός μύθος) αυτό σημαίνει ότι υπήρξε «σχολειό», ότι δηλ. υπήρξε μαθησιακή διαδικασία, δεύτερον ότι αυτή ήταν κρυφή και τρίτον ότι διοργανώθηκε από την εκκλησία (σε νάρθηκες ναών ή σε μοναστήρια). Παρακάτω προσπαθούμε να αποδομήσουμε τα τρία αυτά στοιχεία. Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, θα εξηγήσουμε ότι είχε να κάνει με τις εκστρατείες του ελληνικού κράτους.
Πρω­το­γε­νείς μαρ­τυ­ρί­ες μηδέν
Κα­νέ­νας ιστο­ριο­γρά­φος, πε­ρι­η­γη­τής, Έλ­λη­νας ή Ευ­ρω­παί­ος, δεν πα­ρεί­χε ποτέ από πρώτο χέρι μαρ­τυ­ρία για την ύπαρ­ξη τέ­τοιων σχο­λεί­ων. Ο συ­στη­μα­τι­κός ερευ­νη­τής του θέ­μα­τος Γιάν­νης Βλα­χο­γιάν­νης απο­φάν­θη­κε: «Μέσα στον αμέ­τρη­το σωρό ανέκ­δο­του υλι­κού για της σκλα­βιάς τα σκο­λειά, που έχω συ­ναγ­μέ­νο, δεν απά­ντη­σα τί­πο­τε που να κάνη λόγο για το σκο­λειό –έξω από το τρα­γού­δι». Εν­νο­ού­σε εκτός από την πε­ρί­πτω­ση του γνω­στού τρα­γου­διού «φεγ­γα­ρά­κι μου λα­μπρό» που βέ­βαια είναι είτε ένα τρα­γου­δά­κι προ­τρο­πής για πάνε τα παι­δά­κια στο σχο­λείο κα­νο­νι­κά νωρίς το πρωί (όταν πια υπήρ­χαν δη­μό­σια σχο­λεία) ή/και ένα απλό να­νού­ρι­σμα –και έχει απο­κλει­στεί από τους ιστο­ρι­κούς ότι μπο­ρεί να σχε­τί­ζε­ται με κά­ποιο «κρυφό σκο­λειό»: κα­νέ­νας γο­νιός δεν έστελ­νε τα παι­δά­κια του μέσα στη νύχτα να περ­πα­τή­σουν στο κρύο προς το μο­να­στή­ρι ή προς άλλο απο­μα­κρυ­σμέ­νο ση­μείο, ενώ κα­ρα­δο­κού­σαν σε όλη τη χώρα λη­στές και άγρια ζώα. Γι’ αυτό και ο εξαι­ρε­τι­κά διο­ρα­τι­κός ιστο­ριο­δί­φης Δ. Κα­μπού­ρο­γλου με διά­θε­ση χιου­μο­ρι­στι­κή απο­δο­μού­σε στα τέλη 19ου αιώνα τη σχέση του τρα­γου­διού με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα: «Φρο­νού­με ότι δεν ζη­μιού­ται ποσώς η αξία του τρυ­φε­ρω­τά­του τού­του ποι­ή­μα­τος, εάν φα­ντα­σθώ­μεν το παι­δά­κι εντός της οι­κί­ας του –εν τη ασφα­λεία– ατε­νί­ζον προς την σε­λή­νην και άδον άσμα, όπερ εποι­ή­θη μόνον όπως εμπνεύ­ση εις το παι­δί­ον την ιδέαν ότι τα γράμ­μα­τα είναι πράγ­μα­τα του Θεού, και ουχί ως εμ­βα­τή­ριον των εις νυ­κτε­ρι­νά σχο­λεία πο­ρευο­μέ­νων».
Ο με­λε­τη­τής Τρ. Ευαγ­γε­λί­δης έλεγε ότι ήταν αδύ­να­το και να ει­σέλ­θουν καν σε μο­να­στή­ρια αμού­στα­κα παι­διά –για προ­φα­νείς, φα­ντα­ζό­μα­στε, λό­γους: «Τα τυ­πι­κά των Μονών απη­γό­ρευον την εις αυτά φοί­τη­σιν παί­δων λείον εχό­ντων το πρό­σω­πον ήτοι αγε­νεί­ων [υπήρ­χε νόμος από το 1076 να μη δέ­χο­νται νέους κάτω των 21 ετών], επο­μέ­νως εγί­νο­ντο δε­κτοί εκεί γε­νειά­ζο­ντες, εν δε τοις νάρ­θη­ξι των εκ­κλη­σιών και εν ιδιω­τι­κοίς οί­κοις επε­τρέ­πε­το η φοί­τη­σις των παί­δων» («Η Παι­δεία επί Τουρ­κο­κρα­τί­ας», 1936).
Οι με­γά­λες σχο­λές
Τα μο­να­στή­ρια δηλ. μάλ­λον απο­κλεί­ο­νται. Όμως ακόμη κι αν υπήρ­ξαν τέ­τοια «σχο­λεία», στους νάρ­θη­κες των εκ­κλη­σιών, δεν υπήρ­χε κα­νέ­νας λόγος να είναι κρυφά: Η οθω­μα­νι­κή εξου­σία αγνο­ού­σε πα­ντε­λώς την πο­λι­τι­κή ση­μα­σία της γλώσ­σας και πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο τη ση­μα­σία της εθνο­γέ­νε­σης. Δεν αι­σθα­νό­ταν καμία απει­λή από τα «γράμ­μα­τα» και γι’ αυτό δεν είχε κα­νέ­να λόγο να τα απα­γο­ρεύ­σει –είναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό όλες οι γλώσ­σες της αυ­το­κρα­το­ρί­ας μι­λού­νταν και γρά­φο­νταν ελεύ­θε­ρα. Η γε­λοιό­τη­τα της θε­ω­ρί­ας περί ύπαρ­ξης κρυ­φών σχο­λεί­ων κα­τα­δει­κνύ­ε­ται από το γε­γο­νός ότι την ίδια στιγ­μή που –υπο­τί­θε­ται ότι–  τα παι­δά­κια έτρε­χαν σε σκο­τει­νά υπό­γεια για να μά­θουν υπό το φως του λυ­χνα­ριού, οι σουλ­τά­νοι επέ­τρε­παν τη λει­τουρ­γία –στο φως της ημέ­ρας, στις με­γα­λύ­τε­ρες πό­λεις της αυ­το­κρα­το­ρί­ας αλλά και στο εσω­τε­ρι­κό ξα­κου­στών μονών– των διά­ση­μων Σχο­λών, από τις οποί­ες βέ­βαια ήταν πολύ πιο πι­θα­νό να απο­φοι­τή­σουν οι μελ­λο­ντι­κοί δια­νο­ού­με­νοι που θα έμπαι­ναν επι­κε­φα­λής μιας εν­δε­χό­με­νης εξέ­γερ­σης. Γι’ αυτό ένας άλλος ση­μα­ντι­κός λό­γιος, ο Μα­νου­ήλ Γε­δε­ών, τό­νι­ζε το 1939: «Μέχρι σή­με­ρα ου­δα­μού ανέ­γνω εν ομαλή κα­τα­στά­ση πραγ­μά­των βε­ζί­ρην ή αγιά­νην ή σουλ­τά­νον εμπο­δί­σα­ντα σχο­λεί­ου σύ­στα­σιν ή οι­κο­δο­μήν». Και ο Βλα­χο­γιάν­νης συ­μπλή­ρω­νε σκω­πτι­κά: «Ποτέ ο Τούρ­κος  ο αγράμ­μα­τος δεν εμπό­δι­σε τον Χρι­στια­νό γράμ­μα­τα να μα­θαί­νη, και μο­να­χά πολύ σπά­νια έμπαι­νε στη μέση να χω­ρί­ση τους δα­σκά­λους άμα πιά­νο­νταν από τα μαλ­λιά και γι­νό­νταν σκά­ντα­λο με τα με­γά­λα τους σκο­λειά». Τα σχο­λεία και οι σχο­λές που λει­τουρ­γού­σαν νό­μι­μα, υπήρ­ξαν σε όλη την έκτα­ση της πρώην Ρω­μαϊ­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας που κα­τε­λή­φθη από τους Οθω­μα­νούς αλλά και σε αυτές τις πε­ριο­χές που απο­τέ­λε­σαν τη με­τέ­πει­τα Ελ­λά­δα: Η Με­γά­λη του Γέ­νους Σχολή, η Αθω­νιάς, η σχολή στις Μη­λιές του Βόλου, αλλά και στη Ζα­γο­ρά, στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, στην Κο­ζά­νη, στη Ζίτσα, στα Ζα­χο­ρο­χώ­ρια (ανε­λι­πώς από το 1413 έως το 1868), στη Λά­ρι­σα, στα Τρί­κα­λα, στην Αθήνα (φι­λο­σο­φι­κή σχολή Κο­ρυ­δα­λέα που ιδρύ­θη­κε το 1614, αλλά και σε μια σειρά μονών της πόλης), στην Υπάτη, στα πε­ρισ­σό­τε­ρα μέρη της Πε­λο­πον­νή­σου, στη Χίο, στην Κάρ­πα­θο, στην Κω, στη Μυ­τι­λή­νη (όπου το 1530 ιδρύ­θη­κε και η πρώτη σχολή θη­λέ­ων), στην Πάτμο. Στα Γιάν­νε­να υπήρ­ξαν πε­ρισ­σό­τε­ρες από μία σχο­λές (Σχολή Φι­λαν­θρω­πι­νών, Στρα­τη­γο­πού­λου) και μά­λι­στα ο ίδιος ο το­πι­κός άρ­χο­ντας, ο γνω­στός Αλή Πασάς έστελ­νε τα παι­διά του στα μα­θή­μα­τα του ξα­κου­στού Αθ. Ψα­λί­δα.
Ο Μι­χα­ήλ Οι­κο­νό­μου, ένας από τους γραμ­μα­τι­κούς του Κο­λο­κο­τρώ­νη, λέει στα «Απο­μνη­μο­νεύ­μα­τά» του (κεί­με­νο βα­σι­κό για την ιστο­ρία του 1821) ότι κατά την Οθω­μα­νι­κή Αυ­το­κρα­το­ρία», «η λα­τρεία των χρι­στια­νών εξη­σκεί­το ελευ­θέ­ρως και δη­μο­σία και επρο­στα­τεύ­ε­το μά­λι­στα και από τους Τούρ­κους… επρο­στα­τεύ­ε­το δε και ελευ­θέ­ρως  ενηρ­γεί­το και η εκ­παί­δευ­σις». Δεν μπο­ρού­σε να πει κάτι άλλο αφού ο ίδιος σπού­δα­σε στη σχολή της πα­τρί­δας του, της Δη­μη­τσά­νας, δηλ. στη σχολή της Μονής Φι­λο­σό­φου και αρ­γό­τε­ρα στη Σχολή της Χίου. Αν υπήρ­χε «κρυφό σχο­λειό», ο Δη­μη­τσα­νί­της αυτός θα είχε κάθε λόγο να μνη­μο­νεύ­σει κάτι στο βι­βλίο του, αφού ένα από τα ισχυ­ρό­τε­ρα επι­χει­ρή­μα­τα στην καλ­λιέρ­γεια του μύθου υπήρ­ξε του θρυ­λού­με­νο «κρυφό σχο­λειό» της Μονής Φι­λο­σό­φου!
Σκο­τα­δι­σμός
Εκτός από τις Με­γά­λες Σχο­λές (οι από­φοι­τοι των οποί­ων συχνά στε­λέ­χω­ναν την οθω­μα­νι­κή κρα­τι­κή διοί­κη­ση) οι σουλ­τά­νοι επέ­τρε­παν ασφα­λώς και την ανα­πα­ρα­γω­γή του κλή­ρου, δηλ. την εκ­μά­θη­ση των στοι­χειω­δών κει­μέ­νων κυ­ρί­ως για τις ψαλ­μω­δί­ες (Οκτώ­η­χος, Ψαλ­τή­ρι) ώστε κά­ποια παι­δά­κια να απο­τε­λέ­σουν τους μελ­λο­ντι­κούς πα­πά­δες και να συ­νε­χι­στεί έτσι απρό­σκο­πτα η λει­τουρ­γία της Ορ­θό­δο­ξης Εκ­κλη­σί­ας, την οποία η Υψηλή Πύλη προ­στά­τευε, όπως έγρα­φε ο Οι­κο­νό­μου, και στην οποία είχε απο­δώ­σει πρω­τό­γνω­ρα προ­νό­μια όσον αφορά τον έλεγ­χο και τη διοί­κη­ση των χρι­στια­νι­κών πλη­θυ­σμών. Αυτή η ανα­πα­ρα­γω­γή των ψαλ­τά­δων και των ιε­ρέ­ων σί­γου­ρα πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε –αλλά μέχρι εκεί: Τόσο οι «δά­σκα­λοι» όσο και τα παι­δά­κια δεν κα­τα­λά­βαι­ναν καν τα κεί­με­να που απο­στή­θι­ζαν. Και σε κάθε πε­ρί­πτω­ση ο κλή­ρος δεν είχε θε­τι­κή συμ­βο­λή στις προ­σπά­θειες μόρ­φω­σης της με­γά­λης μάζας του πλη­θυ­σμού. Αντί­θε­τα, μάλ­λον την εμπό­δι­ζε. Ο δια­πρε­πής μα­θη­τής του Α. Κοραή, Ν. Βάμ­βας (Γυ­μνά­σιον Χίου) κα­τήγ­γει­λε από το 1820 ότι ο εκ­κλη­σια­στι­κός σκο­τα­δι­σμός είναι ο ση­μα­ντι­κό­τε­ρος εχθρός της παι­δεί­ας: «Είτε από αδια­φο­ρία, είτε ως αρχή, η Υψηλή Πύλη δεν αντι­τά­χθη­κε κα­θό­λου στην πνευ­μα­τι­κή ανα­γέν­νη­ση της Ελ­λά­δας. Οι πραγ­μα­τι­κό­τε­ροι εχθροί σε αυτήν την ευ­τυ­χι­σμέ­νη πα­λιγ­γε­νε­σία βρί­σκο­νται στους κόλ­πους μας. Και αν οι προ­σπά­θειές μας κα­τορ­θώ­σουν να δα­μά­σουν τις προ­λή­ψεις ή την αδια­φο­ρία αυτού του ισχυ­ρού κλή­ρου που είναι σή­με­ρα ο πρώ­τος κορ­μός του ελ­λη­νι­κού έθνους, λίγα θα απο­μεί­νουν να κά­νου­με απέ­να­ντι στους Τούρ­κους».
Τις από­ψεις του Βάμβα επα­λή­θευ­σε ξανά και ξανά η ηγε­σία της εκ­κλη­σί­ας η οποία αφό­ρι­σε όλη την αφρό­κρε­μα των δα­σκά­λων και των δια­νο­ου­μέ­νων μιας τε­ρά­στιας πε­ριό­δου, όπως τον Διο­νύ­σιο τον Φι­λό­σο­φο, τον Κύ­ριλ­λο Λού­κα­ρι, τον Μά­ξι­μο Καλ­λι­πο­λί­τη, τον Άνθμο Γαζή, αλλά και τον Ρήγα Φε­ραίο, τον Αδ. Κοραή και τον Αλ. Υψη­λά­ντη.
Αναλ­φα­βη­τι­σμός
Θα πει κα­νείς: Καλά, τα μο­να­στή­ρια είναι μύθος. Μύθος είναι και το «κρυφό». Μύθος είναι επί­σης ότι οι σκο­τα­δι­στές πα­πά­δες ή οι μο­να­χοί είχαν τις γνώ­σεις να δι­δά­ξουν φυ­σι­κή, μα­θη­μα­τι­κά, γε­ω­γρα­φία ή ιστο­ρία. Ωστό­σο δί­δα­ξαν στα παι­διά τη γλώσ­σα, έστω και για τις ανά­γκες της εκ­κλη­σί­ας. Δυ­στυ­χώς τα στοι­χεία είναι αμεί­λι­κτα: Στην πρώτη επί­ση­μη στα­τι­στι­κή έρευ­να που έγινε από το ανε­ξάρ­τη­το ελ­λη­νι­κό κρά­τος το 1828 απο­κα­λύ­φθη­κε ότι το πο­σο­στό αναλ­φα­βη­τι­σμού για τους άν­δρες ήταν 91%, ενώ για τις γυ­ναί­κες δεν υπήρ­χε κα­νέ­να στοι­χείο, αλλά προ­φα­νώς το πο­σο­στό ήταν 100% (μόλις το 1870 και έπει­τα από 40 χρό­νια λει­τουρ­γί­ας των δη­μό­σιων σχο­λεί­ων το πο­σο­στό των αναλ­φά­βη­των γυ­ναι­κών έπεσε στο 94%!). Αν λά­βου­με υπόψη μας ότι είναι βέ­βαιο ότι οι Με­γά­λες Σχο­λές μόρ­φω­σαν αρ­κε­τούς άν­δρες, αλλά και το γε­γο­νός ότι χι­λιά­δες γόνοι πλού­σιων οι­κο­γε­νειών δι­δά­σκο­νταν στο σπίτι τους από έμ­μι­σθους δα­σκά­λους (όπως δηλ. συ­νέ­βαι­νε και στην υπό­λοι­πη Ευ­ρώ­πη), τότε κα­τα­λα­βαί­νου­με από πού προ­έρ­χε­ται αυτό το 9% των μορ­φω­μέ­νων αν­δρών. Αν μά­λι­στα προ­σθέ­σου­με ότι ει­δι­κά μετά το 1570 η ανα­πτυσ­σό­με­νη «ελ­λη­νι­κή» αστι­κή τάξη των εμπό­ρων άρ­χι­σε να χρη­μα­το­δο­τεί εκ­δό­σεις και σχο­λεία και να με­τα­κα­λεί από το εξω­τε­ρι­κό λο­γί­ους και δα­σκά­λους σε με­γά­λα αστι­κά κέ­ντρα (Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, Θεσ­σα­λο­νί­κη, Χίο, Αθήνα) γί­νε­ται εντε­λώς φα­νε­ρό ότι η συμ­βο­λή της εκ­κλη­σί­ας ήταν πρα­κτι­κά μη­δε­νι­κή και τε­λι­κά ο μύθος κα­τα­λύ­ε­ται πα­ντα­χό­θεν: ούτε «κρυφό», ούτε από την εκ­κλη­σία, αλλά κυ­ρί­ως ούτε «σχο­λειό».  
Ο πί­να­κας και οι ανά­γκες του κρά­τους
Για όλους αυ­τούς τους λό­γους ο μύθος του «κρυ­φού σχο­λειού» ήταν πε­ρι­θω­ρια­κός μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα. Η ισχύς του ανα­νε­ώ­θη­κε από έναν πί­να­κα του ζω­γρά­φου Ν. Γύζη (ο πί­να­κας ολο­κλη­ρώ­θη­κε το 1886 αλλά έγινε γνω­στός αρ­γό­τε­ρα), ο οποί­ος έζησε το με­γα­λύ­τε­ρο μέρος της ζωής του στη Γερ­μα­νία αλλά είχε από καιρό εξαγ­γεί­λει την πρό­θε­σή του να απο­τυ­πώ­σει σε πί­να­κα δη­μο­τι­κά τρα­γού­δια και θρύ­λους. Έφτια­ξε λοι­πόν τον πί­να­κα εμπνε­ό­με­νος από το «Κρυφό Σχο­λειό» της Αγίας Τριά­δας της Τήνου. Πρό­κει­ται για ακόμη μια ιστο­ρι­κή πα­ρε­ξή­γη­ση: στην Τήνο οι Οθω­μα­νοί δεν πά­τη­σαν παρά τον 18ο αιώνα και μά­λι­στα δεν εγκα­τα­στά­θη­καν ποτέ στο νησί ώστε να χρειά­ζε­ται τα παι­διά να μορ­φώ­νο­νται στα κρυφά!
Πολ­λοί πι­στεύ­ουν ότι ο πί­να­κας αυτός, σε συν­δυα­σμό με το σχε­τι­κό ποί­η­μα που έγρα­ψε ο Ιω. Πο­λέ­μης εμπνε­ό­με­νος μόνον από τον πί­να­κα, ήταν ο κύ­ριος πα­ρά­γο­ντας που ο μύθος ξα­να­ζω­ντά­νε­ψε. Ωστό­σο δεν ήταν μόνον η κα­τα­λυ­τι­κή συμ­βο­λή της τέ­χνης στην εμπέ­δω­ση ενός μύθου. Ήταν και η κα­τα­λυ­τι­κή ανά­γκη του κρά­τους. Το ελ­λη­νι­κό κρά­τος ήταν για πολ­λές δε­κα­ε­τί­ες εχθρι­κό προς την εκ­κλη­σία και τα μο­να­στή­ρια κρα­τώ­ντας την πο­λι­τι­κή πα­ρά­δο­ση του πρώ­του Βαυα­ρού βα­σι­λιά. Ωστό­σο στα τέλη του 19ου αιώνα η ελ­λη­νι­κή άρ­χου­σα τάξη και το κρά­τος της είχαν δυ­να­μώ­σει εντυ­πω­σια­κά και ξε­κι­νού­σαν τις με­γά­λες κα­τα­κτη­τι­κές τους προ­σπά­θειες προς τα Βαλ­κά­νια (και αρ­γό­τε­ρα προς τα βάθη της Ανα­το­λής). Είχαν ανά­γκη να εμ­φα­νί­ζο­νται ως εκ­πρό­σω­ποι και προ­στά­τες όλων των ορ­θό­δο­ξων χρι­στια­νι­κών πλη­θυ­σμών που βρί­σκο­νταν κάτω από την οθω­μα­νι­κή κυ­ριαρ­χία. Αν η θρη­σκεία απο­τε­λού­σε όπλο για αυτές τις εκ­στρα­τεί­ες, γι­νό­ταν απα­ραί­τη­τη η επα­να­προ­σέγ­γι­ση και η συμ­μα­χία με την εκ­κλη­σία. Αυτό σή­μαι­νε ότι έπρε­πε να ξε­χα­στεί ο αντι­δρα­στι­κός ρόλος που έπαι­ξε συ­νο­λι­κά η εκ­κλη­σία στην επα­νά­στα­ση του 1821 και η με­τέ­πει­τα διέ­νε­ξη με το κρά­τος. Και ο μύθος του «κρυ­φού σχο­λειού» βό­λευε εξαι­ρε­τι­κά αυτή την ιστο­ρι­κή ανα­θε­ώ­ρη­ση.
Ο μύθος βό­λευε και τη με­τέ­πει­τα ιδε­ο­λο­γία της ακρο­δε­ξιάς, της οποί­ας το τρί­πτυ­χο σλό­γκαν ήταν το «Πα­τρίς, θρη­σκεία, οι­κο­γέ­νεια». Έτσι η στρα­τιω­τι­κή χού­ντα του 1967, ζη­λεύ­ο­ντας τη δόξα του Γύζη, κα­τα­σκεύ­α­σε στη Μονή Πε­ντέ­λης ολό­κλη­ρη ανα­πα­ρα­στα­τι­κή σκη­νο­γρα­φία που πα­ρου­σί­α­ζε τον κλήρο ως το μόνον συ­ντη­ρη­τή και με­τα­λα­μπα­δευ­τή του ελ­λη­νι­κού πνεύ­μα­τος, των γραμ­μά­των και της μόρ­φω­σης. Μά­λι­στα με σχε­τι­κή εγκύ­κλιο του υπ. Παι­δεί­ας υπο­χρε­ώ­νο­νταν τότε να επι­σκε­φθούν το «έργο» όλοι οι μα­θη­τές του Λε­κα­νο­πε­δί­ου προς «εθνι­κόν και θρη­σκευ­τι­κόν φρο­νη­μα­τι­σμόν».
Αυτή είναι και η εξή­γη­ση για τα διά­φο­ρα το­πω­νύ­μια που υπάρ­χουν σή­με­ρα: Η λόγια πα­ρά­δο­ση που δη­μιούρ­γη­σε το κρά­τος σε συ­νερ­γα­σία με την εκ­κλη­σία για τις ανά­γκες του, με­τα­τρά­πη­κε σε λαϊκή πα­ρά­δο­ση. Όλοι σι­γά-σι­γά «ανα­κά­λυ­πταν» ότι είχε υπάρ­ξει και στην πε­ριο­χή τους ένα «Κρυφό Σχο­λειό», χωρίς βέ­βαια να εν­δια­φέ­ρο­νται για την ιστο­ρι­κή ακρί­βεια – γι’ αυτό «ανα­κα­λύ­φθη­κε» κρυφό σχο­λειό ακόμη και, π.χ., στην Τήνο. Πρό­κει­ται για δια­δι­κα­σία πα­ρό­μοια με αυτή του κοκ­κι­νο­ντυ­μέ­νου χο­ντρού και γέρου Άι Βα­σί­λη που μπου­κά­ρει με δώρα από τις κα­μι­νά­δες: ενώ ήταν μια κα­ρι­κα­τού­ρα που δη­μιουρ­γή­θη­κε για μια δια­φη­μι­στι­κή κα­μπά­νια της Coca Cola στις αρχές του 20ού αιώνα (στη βάση αφη­γή­σε­ων της Κα­θο­λι­κής Εκ­κλη­σί­ας για τον άγιο Νι­κό­λαο), πολύ γρή­γο­ρα έγινε μέρος της χρι­στια­νι­κής πα­ρά­δο­σης –και μά­λι­στα και της ορ­θό­δο­ξης– σε όλον τον κόσμο, λες και πράγ­μα­τι υπάρ­χει ακόμη και σή­με­ρα.

ΟΤΑΝ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ

Από την πρώτη γερμανική κατοχή μέχρι το 2014

Του Δημοσθένη Κούκουνα

Όπως ακριβώς τονίζω στο νέο βιβλίο μου “Τα ένοχα μυστικά της Κατοχής” (βλ. και το ιστολόγιο aera2012.blogspot.gr), που θα κυκλοφορήσει σύντομα, στα τελευταία χρόνια βιώνουμε ένα ιδιότυπο κατοχικό καθεστώς, που αν προχείρως συγκριθεί με την τελευταία ιστορική περίοδο κατά την οποία η χώρα μας τελούσε υπό ξενική κατοχή, μεταξύ 1941 και 1944, θα διαπιστώσουμε πολλές ομοιότητες. Ίσως η πιο σημαντική ομοιότητα είναι ότι κυρίαρχοι ήταν τότε, όπως και τώρα, οι Γερμανοί, λιγότερο ή περισσότερο εκλεπτυσμένοι. Το πιο ενδιαφέρον είναι όμως ότι πέριξ των κατακτητών τότε, όπως και τώρα συμβαίνει, λειτουργούσε ένα εγχώριο πολιτικοοικονομικό σύστημα με ποικίλες προεκτάσεις.
Η κλασική ρήση ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, εδώ έχει μια αξιοπρόσεκτη εφαρμογή. Και επειδή η ιστορική αλήθεια είναι ανώτερη από κάθε επιμέρους πολιτική ή άλλη σκοπιμότητα, αξίζει να εμβαθύνουμε σε κάποιες άγνωστες πτυχές που θα έπρεπε να επισημανθούν. Δυστυχώς επειδή η σύγχρονη ιστορία, ιδιαίτερα δε η κρίσιμη δεκαετία 1940, έχει μέχρι σήμερα συστηματικά κακοποιηθεί ένθεν κακείθεν, πολλά είναι τα αξιοσημείωτα που έχουν αποκρυβεί ή διαστρεβλωθεί. Περισσότερο παρά ποτέ, τώρα είναι η ώρα να τα εντοπίσουμε, να τα μελετήσουμε με υπευθυνότητα, να τα δούμε με ανοιχτή ματιά και οπωσδήποτε ανεπηρέαστα από προκαταλήψεις ή σκοπιμότητες. Η άγνοια και η ημιμάθεια συνέβαλαν σε μια παραμόρφωση του πολιτικού συστήματος κατά τη μεταπολεμική περίοδο, με αποτέλεσμα να καταστεί αυτό ένα επικίνδυνο μόρφωμα για τη χώρα μας, που αδίστακτα οδήγησε τον λαό μας στην εξαχρείωση και την εξαθλίωση.

Οι πολιτικές οικογένειες

Το μέγα ζητούμενο είναι κάποτε να ξαναδούμε υπό άλλη οπτική γωνία την πορεία των πολιτικών οικογενειών που διαχρονικά κυριαρχούν. Στην κατοχική περίοδο 1941-44 εμφανίζονται κάποιες τέτοιες οικογένειες, οι επίγονοι των οποίων συνεχίζουν μέχρι σήμερα να διαχειρίζονται τις τύχες της χώρας. Κατά κανόνα πρόκειται για γενάρχες οικογενειών, που – αν και αρχικά συνεργάστηκαν με τον κατακτητή – πρόλαβαν να καλύψουν την όποια επιλήψιμη δραστηριότητά τους.
Ο εγγονός Γιώργος Παπανδρέου θεωρείται σήμερα ο υπαίτιος της τόσο δραματικής εμπλοκής της χώρας μας στο μνημόνιο. Ίσως ποτέ να μην λογοδοτήσει για τις συγκεκριμένες ευθύνες του, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ιστορικά θα βγει ανέγγιχτος. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και με τους άλλους δύο αδελφούς του, εκ των οποίων ο ένας φέρεται να κερδοσκόπησε με τα cds και ο άλλος να ανέλαβε μυστικές αποστολές στο εξωτερικό.
Όμως ο παππούς Γεώργιος Παπανδρέου, που μεταπολεμικά υπήρξε τρεις φορές πρωθυπουργός, στην αρχή της γερμανικής κατοχής υπήρξε μυστικοσύμβουλος του στρατηγού Τσολάκογλου (βλ. και το προσφάτως εκδοθέν βιβλίο μου «Ιστορία της Κατοχής», Εκδ. Λιβάνη, τόμ. α΄, σελ. 250), αναπτύσσοντας τη θεωρία πώς «να τα έχουμε καλά με τον κατακτητή». Οι ιταλικές εφημερίδες της εποχής είχαν φιλοξενήσει δηλώσεις του Γ. Παπανδρέου υπέρ της μεσογειακής πολιτικής της φασιστικής Ιταλίας!
Ο πατέρας του πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη είχε διορισθεί επί Κατοχής στην επίζηλη θέση του γενικού γραμματέα της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, λόγω της στενής φιλίας του με τον Γεώργιο Μερκούρη, αρχηγό του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος Ελλάδος και συμμετείχε στο άτυπο συμβούλιο των «Πέντε Γιώργηδων», που καθόριζαν κάθε βράδυ την τιμή της χρυσής λίρας στη μαύρη αγορά! Βεβαίως ο Γεώργιος Σημίτης εγκαίρως μεταστράφηκε προς την Αριστερά και την άνοιξη του 1944 ανέβηκε στα βουνά, αναλαμβάνοντας γενικός διοικητής Ρούμελης. Κατηγορήθηκε τότε ότι υπήρξε υπαίτιος εξαφάνισης 8.000 λιρών που είχαν στείλει οι Σύμμαχοι (βλ. «Μακεδονία» 13.6.1945).
Ο Θάνος Καραμανλής, εξάδελφος του Κωνσταντίνου Καραμανλή, υπήρξε συνεργάτης των Γερμανών στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Καταδικάστηκε ως δοσίλογος και μεταπολεμικά προτίμησε να εγκατασταθεί μόνιμα στη Γερμανία. Ένας άλλος, ο Δανιήλ Καραμανλής, που έγινε καλόγερος στο Άγιον Όρος καταδικάστηκε ως δοσίλογος και μάλιστα ως βουλγαρόφιλος σε πολυετή φυλάκιση.
Ο παππούς του υπουργού Οικονομικών Γιώργου Παπακωνσταντίνου, που υπέγραψε το μνημόνιο και έτσι μας υποχρέωσε να αποποιηθούμε την εθνική μας κυριαρχία το 2010, είχε δημιουργήσει το περίφημο εργοστάσιο ηλεκτρικής ενέργειας στην Πτολεμαΐδα, χάρις σε μια υπογραφή του Τσολάκογλου. Για τον θείο του, τον πολιτικό Μιχάλη Παπακωνσταντίνου, που υπηρέτησε ως διερμηνέας των Γερμανών στην Κοζάνη, έχει γίνει εκτενής λόγος στο παρελθόν. Ένας στενός συγγενής του τελευταίου, ο Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου, την ίδια εποχή καταδικάστηκε ως πράκτορας της Γκεστάπο στη Θεσσαλονίκη.
Ο γενάρχης της οικογένειας Μεϊμαράκη στο Ηράκλειο, ο πολιτικός Βασίλειος Μεϊμαράκης, δεν είχε διστάσει να καταγγείλει με αποτροπιασμό τις «ωμότητες» των συμπατριωτών του κατά των Γερμανών αλεξιπτωτιστών στη Μάχη της Κρήτης, ενώ δήλωνε ότι τασσόταν στο πλευρό της κυβέρνησης Τσολάκογλου («Ελεύθερον Βήμα» 5.6.1941). Άλλα μέλη της οικογένειας Μεϊμαράκη διαδραμάτισαν επιλήψιμο ρόλο κατά τη διάρκεια της Κατοχής στην Κρήτη.
Ο παππούς του σημερινού υπουργού Επικρατείας και βουλευτή της Ν.Δ. Σίμου Κεδίκογλου, βεβαίως και του συνώνυμου βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, συνεργάστηκε στην Κατοχή με τους Γερμανούς ως διερμηνέας τους.
Παππούς του σημερινού ευρωβουλευτή της «Δράσης» Θεόδωρου Σκυλακάκη ήταν ο γνωστός απότακτος συνταγματάρχης που στα μέσα της δεκαετίας 1930 ήταν αρχηγός της φασιστικής Οργάνωσης Εθνικού Κυριάρχου Κράτους, στη συνέχεια έγινε υπουργός Εσωτερικών του Ιω. Μεταξά και λίγο πριν από τον πόλεμο συμμετείχε σε συνωμοσία γερμανοφίλων για την ανατροπή του καθεστώτος.
Θα μπορούσαν να αναφερθούν και αρκετά άλλα ονόματα επιγόνων, που ανεξάρτητα από τη σημερινή κομματική τοποθέτησή τους, σεμνύνονται για τις οικογενειακές καταβολές τους σε σχέση με την κατοχική περίοδο 1941-44. Κάποιοι πιο εξειδικευμένοι από τον γράφοντα θα μπορούσαν επιτυχώς να αναπτύξουν το ψυχοκοινωνικό πλαίσιο αυτών των συσχετισμών.
Θα θυμούνται οι αναγνώστες ότι πριν λίγα χρόνια έγινε ένα θορυβώδες γαμήλιο πάρτι στο ιστορικό θωρηκτό μας «Αβέρωφ». Η κοινή γνώμη εξερράγη από την έλλειψη σεβασμού στη σύγχρονη ιστορία. Ασφαλώς όμως θα ήταν πολύ πιο εξοργισμένη αν γνώριζε ότι ο γαμπρός ήταν εγγονός του Φιλήμονα Πατίτσα, που επί Κατοχής αρθρογραφούσε υπέρ των Γερμανών και ταυτόχρονα ανέλαβε πολιτικά αξιώματα.

Κατοχικά δάνεια

Έχοντας ασχοληθεί πολλά χρόνια με την ιστορική έρευνα για την περίοδο της Κατοχής, προ διετίας έδωσα στη δημοσιότητα το βιβλίο «Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια» (Εκδόσεις Ερωδιός), όπου με πληθώρα ανέκδοτων στοιχείων παρουσιάζεται τεκμηριωμένα η πραγματική υπόσταση του γερμανικού χρέους προς την Ελλάδα. Πρόκειται για ένα συνολικό ποσόν που σήμερα υπερβαίνει τα 500 δισεκατομμύρια ευρώ, χωρίς να γίνεται κανένας συνυπολογισμός άλλων εθνικών απαιτήσεων, όπως πολεμικές αποζημιώσεις και επανορθώσεις. Το θέμα το έχω αναλύσει επανειλημμένα σε πληθώρα δημοσιευμάτων μου, πέραν του εν προκειμένω βιβλίου μου, και υπάρχει ακόμη καιρός για να ικανοποιηθεί η Ελλάδα.
Από το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου καμία ελληνική κυβέρνηση και κανένα πολιτικό κόμμα δεν ενδιαφέρθηκε ουσιαστικά για να εξοφληθεί αυτό το αδιαμφισβήτητο χρέος του γερμανικού κράτους. Λυπούμαι πολύ γι’ αυτό – λυπούμαι ως ένας απλός πολίτης για το κράτος του που δεν είναι σε θέση να αξιώσει μια ξεκάθαρη εθνική απαίτηση, ως απόρροια της ανικανότητας των πολιτικών ηγετών του.
Τα κατοχικά δάνεια αντιπροσωπεύουν το τίμημα της ασύλληπτης λεηλασίας του εθνικού μας πλούτου κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Με απίθανη μεθοδικότητα καταστρώθηκε ένα συγκεκριμένο σχέδιο άλωσης της ελληνικής οικονομίας και οι κατακτητές επέτυχαν ανέμποδιστα να συλλέξουν και να απομυζήσουν τα πάντα, ιδίως τη γεωργική παραγωγή και κάθε πλουτοπαραγωγική πηγή, αφού πρώτα καταλήστευσαν στο σύνολό της την εθνική οικονομία.
Ήδη από τις πρώτες μέρες της Κατοχής είχαν εισρεύσει στην Αθήνα ειδικοί εμπειρογνώμονες και οργάνωσαν το σχέδιό τους, με την πρόθυμη σύμπραξη εντοπίων παραγόντων. Με επικεφαλής τη διαβόητη και από τα πρόσφατα χρόνια γερμανική εταιρία Rheinmetall, αλλοτριώθηκε στο σύνολό του το ελληνικό υπέδαφος, ενώ γερμανικές και ιταλικές μεγάλες εταιρίες έσπευσαν να θέσουν υπό ασφυκτικό έλεγχο τις ελληνικές μεταλλευτικές εταιρίες. Όλα αυτά πάντοτε με τη συνεργασία «προθύμων» Ελλήνων κεφαλαιούχων και επιστημόνων.
Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι την οργάνωση της οικονομικής λεηλασίας ανέλαβαν οι ειδικοί των κατακτητών, όπως ο Καρλ Κλόντιους και ο Χέρμαν Νοϊμπάχερ. Τα μοιραία αυτά πρόσωπα έχουν πάμπολλες ομοιότητες με τον Χορστ Ράιχενμπαχ, τον Φούχτελ, τον Τόμσεν και τους συναφείς. Όσο ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου εντοπίσθηκε να είναι ο εγγονός εκείνου που έλαβε το «προνόμιο» της Πτολεμαΐδας από τον Τσολάκογλου, άλλο τόσο ίσως ένας σύγχρονος ακέραιος Γερμανός ιστορικός καταφέρει να αποκαλύψει την πατρογονική προϊστορία των αλλοδαπών κυριάρχων μας επί ναζισμού.
Επί του παρόντος έχει αποκαλυφθεί ο ρόλος ενός Γερμανού αρχικατασκόπου, που έδρασε μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1940 με έδρα την Αθήνα και τομέα ευθύνης τη Μέση Ανατολή. Επρόκειτο για τον Ρολφ Μέρκελ, που εμφανιζόταν ως στέλεχος της εταιρίας Ζήμενς-Τελεφούνκεν και η δραστηριότητά του τερματίστηκε ύστερα από απαίτηση του τότε υπουργού Ασφαλείας Κ. Μανιαδάκη και με συνδρομή του επίσημου εκπροσώπου του συγκροτήματος Ιω. Βουλπιώτη. Η συμπαθής αρχικαγκελάριος του Βερολίνου, καίτοι προκληθείσα, δεν μας έχει διευκρινίσει αν πράγματι ο παλαιός εκείνος κατάσκοπος ήταν ο αδελφός του πεθερού της…
Βέβαια έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να διαπιστώσουμε ότι, όπως σήμερα, ανάλογη προπαγάνδα χρησιμοποιήθηκε και από τα κατοχικά παπαγαλάκια για να πεισθεί η κοινή γνώμη στην κατεχόμενη Ελλάδα ότι οι Έλληνες είναι ανοργάνωτοι και διεφθαρμένοι, ιδιαίτερα ως προς τα δημοσιονομικά τους. Μπορεί να μην υπήρχε το κίνημα «Δεν Πληρώνω» και άλλες συνειδητές ακτιβίστικες δράσεις, αλλά οι αθηναϊκές εφημερίδες ασκούσαν μια παρόμοια με τα σημερινά μνημονιακά ΜΜΕ κριτική. Τα θέματα λύνονταν κάπως πιο δυναμικά από τον Φελντκομαντάντ, ο οποίος ελάμβανε αυστηρές αποφάσεις για όσους δεν πλήρωναν τους λογαριασμούς του ηλεκτρικού ή του ύδατος, αλλά θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι αναφορικά με τις κατασχέσεις κατοικιών λόγω χρεών το καθεστώς δεν ήταν εντελώς ανεξέλεγκτο, καθώς το Γερμανικό Φρουραρχείο ήθελε να ενημερώνεται προηγουμένως!
Ο Γερμανός οικονομολόγος και διπλωμάτης Καρλ Κλόντιους, που ήρθε επανειλημμένα κατά τη διάρκεια της Κατοχής στην Ελλάδα, λειτουργώντας στη χώρα μας ως οικονομικός γκαουλάιτερ, είναι εκείνος που, αφού μελέτησε σχολαστικά τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας, οργάνωσε τη λεηλασία της μέχρι τελευταίας ικμάδας της. Κατά μεγάλο μέρος σ’ εκείνον οφείλεται και η μεγάλη πείνα που έζησε ο ελληνικός λαός.
Ως ιστορική λεπτομέρεια θα αναφέρω ότι ο Κλόντιους, που προς τα τέλη του πολέμου είχε χαρακτηρισθεί από τους Συμμάχους ως εγκληματίας πολέμου, συνελήφθη από τα ρωσικά στρατεύματα στη Ρουμανία και όλως απροόπτως μεταστράφηκε από τον ναζισμό στον κομμουνισμό. Ως έμπιστος του Στάλιν πλέον στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια εμφανίστηκε στο Βελιγράδι επικεφαλής σοβιετικής οικονομικής αποστολής, έχοντας ως κύριο μέλημά του μεταξύ άλλων τη χρηματοδότηση του …Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας!

Διαχρονικές συμπεριφορές

Δυστυχώς στα διάφορα επίπεδα της δημόσιας ζωής σημειώθηκαν εκείνη την εποχή παραφωνίες σε σχέση με το κοινό αίσθημα. Όταν γίνονται αναφορές και συσχετισμοί συγκεκριμένων προσώπων και συγκεκριμένων συμπεριφορών, με αναγωγή στην κατοχική περίοδο 1941-44, συχνά ακούγεται και ένας επιεικής λόγος για κάθε υπόλογο ή ένοχο. Μερικές φορές όμως η «συνωμοσιολογία» είναι κατώτερη της πραγματικότητας και εγκυμονεί ο κίνδυνος της γενικής απαξίωσης.
Πόσοι είναι εκείνοι που υπηρέτησαν εθελοντικά τους κατακτητές, ενώ εγκαίρως μεταστράφηκαν και μεταπήδησαν σε πολιτικούς χώρους, ιδίως σε χώρους «της μόδας», όπως ήταν η Αριστερά στο τέλος της Κατοχής; Πόσες χιλιάδες Έλληνες μετανάστευσαν στο Ράιχ με τη θέλησή τους; Πόσοι κερδοσκόπησαν ως προμηθευτές των κατακτητών ή επιδόθηκαν σε μαυραγορίτικες δουλειές; Ποτέ δεν θα δοθεί μια σαφής απάντηση, διότι αυτά όλα είναι φαινόμενο της μικρής ιστορίας, της λεπτομέρειας. Με την ίδια ακριβώς λογική, δεν θα δικαιωθούν ποτέ όσοι προτίμησαν να πεινάσουν και να υποφέρουν για να μην προστρέξουν στον κατακτητή και επωφεληθούν απ’ αυτόν.
Στην Κατοχή η τάξη των πολιτικών μηχανικών και εργοληπτών υπήρξε διχασμένη. Υπήρχαν πολλοί που αναζητούσαν μια καλή ευκαιρία για να αποκομίσουν οφέλη από την εκτέλεση τεχνικών έργων που απαιτούσε ο κατακτητής για να θωρακίσει τη στρατιωτική άμυνά του, αλλά υπήρχαν και άλλοι που συνειδητά αρνήθηκαν. Οι μεν πρώτοι θησαύρισαν, οι δε δεύτεροι απλώς πείνασαν.
Κάτι ανάλογο έγινε και με τους δημοσιογράφους εκείνης της εποχής. Κάποιοι προτίμησαν να εργασθούν ως «παπαγαλάκια» και κάποιοι άλλοι επέλεξαν την έντιμη πενία, κατεβάζοντας την πέννα τους. Τη θλιβερή ιστορία του Συγκροτήματος Λαμπράκη, που συνειδητά συνεταιρίστηκε με τη βερολινέζικη εταιρία «Mundus» (που ανήκε κατά 50% στο γερμανικό υπουργείο Προπαγάνδας του Γκαίμπελς και κατά 50% στο υπουργείο Εξωτερικών του Ρίμπεντροπ), δεν την ακολούθησαν όλοι οι άλλοι εκδότες, κάποιοι εκ των οποίων πήραν την ηρωική απόφαση να διακόψουν την έκδοση των εφημερίδων τους. Την ακολούθησε όμως ο Όθων Πικραμμένος (ο πατέρας του υπηρεσιακού πρωθυπουργού που διεξήγαγε τις τελευταίες εκλογές), την ακολούθησε ο μέγας τότε χαρτέμπορος Πετσόπουλος, την ακολούθησαν οι κορυφαίοι βιβλιοπώλες Ελευθερουδάκης και Κάουφμαν. Και αρκετοί άλλοι και άλλοι. Στο ίδιο πνεύμα προπαγάνδισαν τη συνεργασία με τον κατακτητή, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, επώνυμοι εκφραστές της κοινής γνώμης, όπως ο Σπύρος Μελάς, ο Παύλος Παλαιολόγος, ο Αλέκος Σακελλάριος κ.ά.
Το ίδιο συνέβη και στη μουσική, στις τέχνες, ακόμη και στη γλυπτική, όταν ένας νεαρός τότε καλλιτέχνης φιλοτέχνησε την προτομή του …Χίτλερ!

Το κυνήγι του χρυσού

Η αναζήτηση του πλούτου δεν ήταν απαραιτήτως το άπαν για τους συνεργάτες του κατακτητή, είτε με κουκούλες είτε χωρίς. Κάποιοι αποσκοπούσαν στην ικανοποίηση φιλοδοξιών, στην κατάληψη θέσεων και αξιωμάτων. Αλλά το χρυσάφι ήταν οπωσδήποτε το επίκεντρο – απαρασάλευτος κανόνας, απλώς με εξαιρέσεις.
Ακόμα και στον χώρο της εκκλησίας παρατηρήθηκαν τέτοια φαινόμενα. Το σκάνδαλο του Βατοπεδίου, που στα τελευταία χρόνια συγκλόνισε τη χώρα, έχει προϊστορία από τα χρόνια της Κατοχής – και ακόμη πιο πίσω. Χαριστικές ρυθμίσεις υπέρ της Μονής Βατοπεδίου είδαν το φως στο ΦΕΚ των κατοχικών κυβερνήσεων, ενώ τα ακίνητά της στη Θεσσαλονίκη, όπως και άλλων μοναστηριών του Αγίου Όρους, αξιοποιήθηκαν διαρκούσης της Κατοχής. Η αθωνική πολιτεία έχει ένα επιλήψιμο παρελθόν στα χρόνια εκείνα.
Όταν εισέβαλαν οι Γερμανοί τον Απρίλιο του 1941, το γερμανικό υπουργείο Πολιτισμού του Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ είχε οργανώσει μια ιδιαίτερη και απόρρητη αποστολή. Επιφανειακά επιζητούσε να καταγράψει την πολιτιστική κληρονομιά της Ορθοδοξίας που περικλειόταν στο Άγιον Όρος. Μια πολυάριθμη αποστολή υπό έναν διαπρεπή Γερμανό βυζαντινόλογο, τον καθηγητή Νταίλγκερ (ο οποίος μάλιστα εξελέγη ξένος εταίρος της Ακαδημίας Αθηνών), και με τη συνεργασία δύο Ελλήνων, του μετέπειτα καθηγητή Θεολογίας Μάρκου Σιώτη και του πρώτου Έλληνα ιδρυτή ραδιοφωνικού σταθμού Τσιγγιρίδη, ασχολήθηκε με τους πνευματικούς θησαυρούς του Αγίου Όρους. Ό,τι περίπου έκανε πολλές δεκαετίες αργότερα το Ίδρυμα Λαμπράκη (με …διοικητή του Αγίου Όρους τον Σταύρο Ψυχάρη). Μόνο που τότε οι Γερμανοί αναζητούσαν κάτι πολύ περισσότερο: Το μυθικό Άγιο Δισκοπότηρο! Οι αποκρυφιστές της χιτλερικής Γερμανίας θεωρούσαν ότι αν το εντόπιζαν, όπως και τη λόγχη του Λογγίνου, θα κυριαρχούσαν στον δυτικό κόσμο.
Αλλά δεν συνέβησαν μόνον αυτά στο Άγιον Όρος. Πολλοί αγιορείτες μοναχοί, ελάχιστοι όμως ελληνικής καταγωγής, κατά διάφορους τρόπους συνεργάστηκαν με τους κατακτητές. Μεταπολεμικά κάποιοι εξ αυτών καταδικάστηκαν για δοσιλογισμό, ενώ κάποιοι άλλοι φυγαδεύτηκαν από τους …Βρετανούς. Ο φημισμένος Άγιος Σωφρόνιος δεν θα είχε αναδειχθεί, αν μεταπολεμικά δεν του παρεχόταν κατάλληλο άσυλο πρώτα στη Γαλλία και έπειτα στην Αγγλία, ύστερα από ενέργειες του δαιμόνιου ρασοφόρου Ντέιβιντ Μπάλφουρ, του γνωστού μας εφημερίου στο εκκλησάκι του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός». Αποσχηματισμένος πλέον ο Μπάλφουρ και υπηρετώντας ως γραμματέας της βρετανικής πρεσβείας στην Αθήνα, αμέσως μετά την Απελευθέρωση, ενήργησε κατάλληλα για την αεροπορική απομάκρυνση του αγιορείτη Σωφρονίου (Σαχάρωφ) έξω από την Ελλάδα. Κάτι ανάλογο συνέβη και με άλλους αγιορείτες μοναχούς, που ήδη είχαν καταδικασθεί ως δοσίλογοι από την ελληνική δικαιοσύνη.

Ο αέναος δοσιλογισμός

Σε όσους θα είχαν γερά νεύρα για να εμβαθύνουν στο φαινόμενο του δοσιλογισμού της περιόδου 1941-44, θα συνιστούσα να φανούν επιεικείς στους ελάχιστους ιδεολόγους που μπορεί και να τυφλώθηκαν, παραγνωρίζοντας το εθνικό συμφέρον εις όφελος μιας όψιμης συνεργασίας με τον κατακτητή. Και τότε, όπως και σήμερα που συναντούμε στην καθημερινή ζωή μας κάποιους ελάχιστους φανατικούς μνημονιακούς που με παραδειγματική ευκολία κακίζουν τη δήθεν στρεβλή νοοτροπία των συμπατριωτών μας ως απόρροια της εν γένει κακοδαιμονίας μας, υπήρχαν σποραδικές και πάντως σπανιότατες φωνές υμνητών του κατακτητή, που «ήρθε να μας βάλει σε τάξη»!
Χωριστά από τις προπολεμικές φασιστικές κινήσεις που εμφανίστηκαν, με την έναρξη της Κατοχής είχαμε τη δραστηριοποίηση κάποιων συγκεκριμένων. Οι κυριότερες ήταν τρεις: η ΕΣΠΟ, το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα και τα ΕΕΕ.
Η πρώτη, της οποίας ο ακριβής τίτλος ήταν «Ελληνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωση», δημιουργήθηκε τις πρώτες μέρες που έφτασαν οι Γερμανοί στην Αθήνα. Ιδρυτές της ήταν δύο γιατροί, ο Γεώργιος Βλαβιανός και ο Γεράσιμος Πατρονικόλας (σύζυγος της αδελφής του Ωνάση και πατέρας της Μαριλένας) και μερικοί άλλοι γερμανόφιλοι. Στην οργάνωση έλαβαν μέρος αρκετοί άλλοι με παρόμοιες αντιλήψεις, μεταξύ των οποίων και ο αντισιωνιστής συγγραφέας Αριστείδης Ανδρόνικος, επίσης γιατρός, ενώ το 1948 μια παράδοξη απόφαση του Αρείου Πάγου την χαρακτηρίζει ως «πατριωτική» οργάνωση. Συμμετείχαν επίσης κάποιοι άλλοι επιστήμονες, επαγγελματίες, δημοσιογράφοι, ακόμα και λογοτέχνες.
Λιγότερο εύρος είχε το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδος υπό τον Γεώργιο Μερκούρη, ο οποίος το είχε ιδρύσει μερικά χρόνια πριν από τον πόλεμο, αλλά το είχε απαγορεύσει η δικτατορία Μεταξά. Το επανίδρυσε μαζί με κάποιους άλλους παράγοντες, μεταξύ των οποίων και ο άλλοτε βουλευτής του ΚΚΕ Μιχ. Τυρίμος, μόλις μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα και ο ίδιος, αφού απέτυχε να γίνει από τον Τσολάκογλου υπουργός του, αρκέστηκε να αναλάβει τη διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας. Κόρη του αδελφού του ήταν η ηθοποιός και υπουργός Πολιτισμού του ΠΑΣΟΚ Μελίνα Μερκούρη, της οποίας η πολιτεία επί Κατοχής είναι άλλο ζήτημα. Το βέβαιο είναι ότι τουλάχιστον σε μια περίπτωση (κατά τη γραπτή μαρτυρία επώνυμου προσώπου), συναγελαζόμενη στα μπαρ με Γερμανούς αξιωματικούς και ελεεινούς μαυραγορίτες, «κάρφωσε» νεαρούς αντιστασιακούς με την προτροπή: «Πιάστε τους!»
Τέλος, μια άλλη πολιτική οργάνωση που συνεργάστηκε με τους Γερμανούς ήταν τα ΕΕΕ. Η προϊστορία της ανάγεται στα τέλη της δεκαετίας 1920, όταν με έδρα τη Θεσσαλονίκη έδρασε ως φιλοφασιστική κίνηση με έντονες αντισημιτικές θέσεις, αφού στη δράση της άλλωστε αποδίδεται ο εμπρησμός του εβραϊκού συνοικισμού Κάμπελ. Την αποτελούσαν τότε κυρίως γηγενείς Μακεδόνες βενιζελικής προέλευσης και σε κάποιες περιόδους τελούσε υπό τον έλεγχο γνωστών πολιτικών προσώπων, όπως ο Μίκης Μελάς, ο Φίλιππος Δραγούμης, ο Στυλιανός Γονατάς ή ο στρατηγός Θεόδωρος Μανέττας. Κατά την Κατοχή επανιδρύθηκε και την αρχηγία της ανέλαβε ο δικηγόρος Κων. Γούλας, που μετέφερε την έδρα της στην Αθήνα. Στην τελευταία κατοχική χρονιά (1944) προσπάθησε να συγκεντρώσει όλους τους γερμανόφιλους και είχε ως δημοσιογραφικό όργανο την εφημερίδα «Ακρόπολις», φυσικά χωρίς απήχηση. Τελικά, όταν άρχισε η αποχώρηση των Γερμανών, τα κυριότερα στελέχη της κατέφυγαν στη Βιέννη, όπου από αυτοεξόριστους Έλληνες χιτλερικούς σχηματίστηκε η κυβέρνηση Τσιρονίκου.
Στη Βιέννη βρέθηκαν τότε περί τις 2.000 αυτοεξόριστοι ελληνικής υπηκοότητας, καθώς και 700 ένστολοι που αποτελούσαν τη στρατιωτική μονάδα του συνταγματάρχη Γεωργ. Πούλου. Κάποιοι απ’ αυτούς θα επανακάμψουν στην Ελλάδα μετά την κατάρρευση του Τρίτου Ράιχ και ελάχιστοι θα αντιμετωπίσουν τη δικαιοσύνη, ενώ ορισμένοι θα καταλάβουν θέσεις στον κρατικό μηχανισμό, ακόμα και ως πανεπιστημιακοί καθηγητές.
Η δίωξη των πολιτικών δοσιλόγων στη μεταπελευθερωτική Ελλάδα υπήρξε υποτονική, αν και έγιναν ακόμα και θανατικές εκτελέσεις. Το γεγονός ότι η χώρα βρέθηκε σε εμφυλιοπολεμικό κλίμα άμβλυνε τα αντανακλαστικά της κοινωνίας. Εκεί όμως που σταδιακά εκμηδενίστηκαν οι όποιες επιπτώσεις από τη συνεργασία με τον κατακτητή ήταν στο θέμα των οικονομικών δοσιλόγων. Αυτό σήμαινε ότι όσοι απέκτησαν θησαυρούς στη διάρκεια μιας ξενικής κατοχής, μπορούσαν τώρα να τους γεύονται ελεύθερα, αν εξαιρέσουμε μια φορολογία που επιβλήθηκε στους «παρανόμως πλουτίσαντες». Με βάση περιουσίες, που με τέτοιο τρόπο αποκτήθηκαν, ανδρώθηκαν μεγάλες επιχειρήσεις και οικονομικά συγκροτήματα που διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στη μεταπολεμική Ελλάδα, εκ των πραγμάτων διαγράφοντας κάθε στιγματική αναφορά από το ένοχο παρελθόν. Και ως ευνόητη προέκταση, οικονομικώς πανίσχυρα τέτοια πρόσωπα (ή οι κληρονόμοι τους) βρέθηκαν στο επίκεντρο των εξελίξεων, άσκησαν παντοειδή επιρροή, έγιναν …ευεργέτες ή φιλοδόξησαν να έχουν ρόλο στην πολιτική.


Πηγή: http://fifo.blog-spot.gr http://ellas-meeting.blogspot.gr/2015/01/blog-post_29.html?spref=tw

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

Υπάρχει λύση χωρίς να παραβιαστούν οι κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης?

Η σύγκρουση είναι πολιτική για κανόνες υποταγής ή αλλαγής




Γράφει ο Χρήστος Καψάλης στο eklogika.gr

Η σύγκρουση μεταξύ Ελλάδας – δανειστών ή για να είμαστε πιο ακριβείς μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας συνεχίζεται σε όλο και υψηλότερους τόνους. Φυσικά η αιτία της σύγκρουσης δεν είναι το στυλ του Γιάνη Βαρουφάκη, ούτε η υποτιθέμενη προσβολή που ένιωσε ο κ. Σόιμπλε επειδή η κυβέρνηση έθεσε θέμα πολεμικών αποζημιώσεων και επιστροφής του κατοχικού (υποχρεωτικού υπό την απειλή των όπλων) δανείου, ούτε επειδή υπενθύμισε στην κ. Μέρκελ και στον Γερμανό υπουργό Οικονομικών ότι η Γερμανία κέρδισε από εμάς περισσότερα απ’όσα μας δάνεισε.

Η σύγκρουση είναι πολιτική. Ο Αλέξης Τσίπρας και η κυβέρνησή του θέλουν μια άλλη πολιτική στην ΕΕ με έμφαση στην αλληλεγγύη και στην εφαρμογή προγραμμάτων με στόχο την ανάπτυξη και όχι στην προώθηση υφεσιακών μνημονίων που βυθίζουν τις χώρες στη λιτότητα και στη φτώχεια.

«Παραβιάζετε τους κανόνες της ΕΕ» απαντούν οι δανειστές. Ποιους κανόνες; Αυτούς με τους οποίους υλοποιείται η προώθηση των πολιτικών λιτότητας και των ατέρμονων κύκλων δανεισμού, που δεν επιτρέπουν την αποπληρωμή των χρεών και κρατούν χώρες και λαούς σε ομηρία;

Να λοιπόν, ποιους κανόνες παραβιάζει η ελληνική κυβέρνηση:

Κανόνας πρώτος: Επιμένει να εφαρμόσει την πολιτική που προεκλογικά υποσχέθηκε.

Όσο κι αν φαίνεται ανήκουστο ακριβώς αυτό εξοργίζει τους δανειστές. «Δεν δικαιούστε, λένε, να αποφασίζετε εσείς για την πολιτική που θα εφαρμοστεί» και «ζητούν από τον Α. Τσίπρα» να καταλάβει ότι δεν βρίσκεται σε προεκλογική περίοδο και να «προσγειωθεί στην πραγματικότητα».

Μα η Δημοκρατία επιβάλει στο κόμμα που κέρδισε τις εκλογές να εφαρμόσει το πρόγραμμά του, θα σκεφθεί ο …αφελής πολίτης. «Όχι, απαντούν οι δανειστές, το κράτος έχει συνέχεια. Αυτό σημαίνει ότι όποιο κόμμα και αν εκλέγεται πρέπει να υλοποιεί την πολιτική που εμείς σας υποδεικνύουμε, δηλαδή την δική μας πολιτική» και δεν διστάζουν μάλιστα να ξεκαθαρίσουν ότι όποιο κράτος εισέρχεται σε πρόγραμμα στήριξης και δανεισμού «αποδέχεται παραχώρηση σημαντικού μέρους της εθνικής του κυριαρχίας».

Αυτός είναι ο δεύτερος κανόνας που θεωρούν ότι παραβιάζει η ελληνική κυβέρνηση. Δεν αποδέχεται δηλαδή την παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας.

Τρίτος κανόνας είναι ο τρόπος λειτουργίας των ελέγχων της τρόϊκας. Ίσως θα θυμάστε ότι μετά την υπογραφή του πρώτου Μνημονίου κυβέρνηση και δανειστές προσπαθούσαν να μας πείσουν ότι με την δανειακή σύμβαση καθορίζονται οι δημοσιονομικοί στόχοι που πρέπει κάθε χρόνο να πιάνει η κυβέρνηση και οι μεταρρυθμίσεις που πρέπει να υλοποιεί με στόχο τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής κρατικής μηχανής. Πως θα επιτυγχάνει του δημοσιονομικούς στόχους και πως θα εφαρμόζει τις μεταρρυθμίσεις, είναι δικό της θέμα, μας έλεγαν.

Βέβαια γρήγορα το ψέμα αποκαλύφθηκε. Οι ελεγκτές της τρόικας κατέφθαναν κάθε τρίμηνο και λειτουργούσαν με ύφος και διαδικασίες προϊσταμένων των ελλήνων υπουργών παρεμβαίνοντας σε κάθε απόφαση και διαδικασία υπουργείων, οργανισμών, τραπεζών και ασφαλιστικών ταμείων.

Η νέα κυβέρνηση δεν αποδέχτηκε αυτή την αποικιοκρατική διαδικασία επιμένοντας για το αυτονόητο: «Αναγνωρίζουμε ότι έχουμε υποχρεώσεις με βάση την δανειακή σύμβαση αλλά θα μας ελέγχετε επί της επίτευξης των στόχων που από κοινού θα καθορίζουμε και δεν δεχόμαστε να παρεμβαίνετε στις πολιτικές που θα εφαρμόζουμε για να επιτύχουμε τους στόχους», ξεκαθάρισε.

Κανόνας τέταρτος. Η ΕΕ είναι δομημένη μόνο για φιλελεύθερες και νεοφιλελεύθερες πολιτικές και γι αυτό κόμματα αριστερής λογικής και πολιτικής έκφρασης δεν είναι αποδεκτά. Γι αυτό ο κ. Σόιμπλε δήλωσε ότι «τα μέτρα για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης αποτελούν μονομερή ενέργεια της ελληνικής κυβέρνησης», γι αυτό ο ο κ. Γιούνκερ, δήλωσε αναφερόμενος στον ΣΥΡΙΖΑ και το ισπανικό PODEMOS: «Ο τύπος του νέου κόμματος συχνά αναλύει την κατάσταση με ρεαλιστικό τρόπο υπογραμμίζοντας με ακρίβεια τις τεράστιες κοινωνικές προκλήσεις. Όμως αν κερδίσουν τις εκλογές είναι ανίκανοι να τηρήσουν τις υποσχέσεις τους, να μετατρέψουν τα προγράμματά τους σε πραγματικότητα. Οι προτάσεις αυτών των κομμάτων δεν είναι συμβατές με τους ευρωπαϊκούς κανόνες: θα οδηγούσαν σε μια κατάσταση πλήρους εμπλοκής».

Κανόνας πέμπτος: Η Ελλάδα πρέπει να «σωθεί» με το είδος στραγγαλισμού που οι δανειστές έχουν επιλέξει για εμάς.

Τι και αν λέει ξανά και ξανά ο υπουργός Οικονομικών, πως η Ελλάδα δεν ζητά νέο δάνειο στήριξης αλλά «συμβόλαιο για την ανάπτυξη» με τρεις πυλώνες: Την αναθεώρηση των στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα, μια έξυπνη ανταλλαγή του χρέους με νέα ομόλογα – που θα συνδέονται με την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας – και ένα πανευρωπαϊκό σχέδιο επενδύσεων που θα χρηματοδοτηθεί με ομόλογα που μπορεί να εκδώσει η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.

Ως τώρα, το Eurogroup και οι δανειστές κάνουν ότι δεν ακούν, γιατί αυτό που η Ελλάδα ζητάει, δεν περιλαμβάνει «το νέο δάνειο και το νέο μνημόνιο» που θέλουν να μας επιβάλουν διογκώνοντας ακόμη περισσότερο το χρέος μας, παρότι γνωρίζουν ότι δεν δυνατόν ποτέ να ξεπληρωθεί.

Κανόνας έκτος. Η ελληνική κυβέρνηση δεν δικαιούται να ζητά με δημοψήφισμα την ετυμηγορία του ελληνικού λαού αν πιεσθεί από τους δανειστές να εφαρμόσει νέα επαχθή μέτρα. Θα θυμάστε τι είχε συμβεί όταν τόλμησε ο Γ. Παπανδρέου να υπαινιχθεί κάτι αντίστοιχο πριν πάει στις Κάννες για την συνάντηση με Μέρκελ – Σαρκοζί. Πόσο προσβλητικά του είχαν φερθεί, επιβάλλοντάς του να πάρει πίσω αυτό το ενδεχόμενο και να αποδεχτεί το μνημόνιο άνευ όρων!

Το ερώτημα είναι απλό: Η ελληνική κυβέρνηση παραβιάζει κανόνες της ΕΕ ή η ΕΕ έχει κατακρεουργήσει κάθε κανόνα σεβασμού στην εθνική κυριαρχία κράτους μέλους;



 http://anemosantistasis.blogspot.it/2015/03/blog-post_363.html
Είμαστε ένας λαός χωρίς ταυτότητα. Με μια ιστορία που ο ίδιος τη νομίζει λαμπρή. Και απορεί, πώς και δεν πέφτουν οι ξένοι ξεροί μπροστά στο μεγαλείο της. Οι ξένοι όμως, σαν συλλογιούνται την ελληνική ιστορία, την αρχαία εννοώ, γιατί για τη νέα δεν έχουν ακούσει, και βάλουν απέναντι της εμάς τους Νεοέλληνες, φέρνουν στο μυαλό τους άλλες παραστάσεις. Φέρνουν στο μυαλό τους κάποιους καμηλιέρηδες που περπατούν στο Καρνάκ και στη Γκίζα. Τι σχέση ημπορεί να ‘χουν, συλλογιούνται, ετούτοι οι φελλάχοι του Μισιριού σήμερα με τους αρχαίους Φαραώ, και το βασιλικό ήθος των πυραμίδων τους;

Την ίδια σχέση βρίσκουν οι ξένοι στους σημερινούς Έλληνες με τους αρχαίους. Οι θεωρίες των διάφορων Φαλμεράυερ έχουν περάσει στους Φράγκους. Εμείς θέλουμε να πιστεύουμε ότι τους αποσβολώσαμε με τους ιστορικούς, τους γλωσσολόγους, και τους λαογράφους μας. Λάθος. Κρύβουμε το κεφάλι με το λιανό μας δάχτυλο. Και βέβαια. Πώς μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού ο μέγας γλωσσολόγος Γ. Χατζιδάκις έλεγε αυτά που έλεγε, -ορθά- κι από την άλλη έβριζε το Σολωμό μας αγράμματο, και τη γλώσσα του σκύβαλα και μαλλιαρά μαλλιά;

Σχέση με τους αρχαίους Έλληνες έχουμε εμείς, λένε οι Γάλλοι, οι Εγγλέζοι και οι Γερμανοί. Εμείς, που τους ανακαλύψαμε, τους αναστυλώσαμε, τους εξηγήσαμε. Για τους Ευρωπαίους οι Νεοέλληνες είμαστε μια δράκα ανθρώπων απρόσωπη, ανάμεσα σε βαλκανιλίκι, τουρκολογιά και αράπηδες. Είμαστε οι ορτοντόξ. Με το ρούσικο τυπικό στη γραφή, με τους κουμπέδες και τους τρούλλους πάνω από τα σπίτια των χωριών μας, με ακτινογραφίες σωμάτων και σκουληκόμορφες φιγούρες αγίων στους τοίχους των εκκλησιών. Οι Ευρωπαίοι βλέπουνε τους πολιτικούς μας να ψηφίζουν στη Βουλή να μπει το «ορθόδοξος» στην ευρωπαϊκή μας ταυτότητα, κατά τη διαταγή των παπάδων, και κοιτάνε ανακατωμένοι και ναυτιάζοντας κατά το θεοκρατικό Ιράν και τους Αγιατολάχους. Τέτοιοι οι βουλευτές μας, ακόμη και της Αριστεράς. «Αυτοί οι πολιτικοί, αυτοί οι βουλεπταί (sic) εκατάστρεψαν το έθνος». Έτσι γράφει ο Παπαδιαμάντης.

Θέλεις νά ‘χεις πιστή την εικόνα του Νεοέλληνα; Λάβε το ράσο του γύπα και του κόρακα. Λάβε τις ασπιδωτές κοιλιές των ιερέων, το καλυμμαύκι του Μακαρίου Β’ της Κύπρου. Και τα γένεια τα καλογερικά, που κρύβουν το πρόσωπο, καθώς άκοσμοι αγκαθεροί φράχτες τους αγρούς. Και τις κουκουλωμένες καλόγριες, την άλλη έκδοση του φερετζέ της Τούρκισσας, και έχεις το Νεοέλληνα φωτογραφία στον τοίχο.

Απέναντι σε τούτη τη μελανή και γανιασμένη φοβέρα, φέρε την εικόνα του αρχαίου Έλληνα, για να μετρήσεις τη διαφορά. Φέρε τις μορφές των νέων σωμάτων, τις ευσταλείς και τις διακριτές. Να ανεβαίνουν από την Ολυμπία και τους Δελφούς, καθώς λευκοί αργυρόηχοι κρότοι κυμβάλων. Τους ωραίους χιτώνες τους χειριδωτούς, και τα λευκά ιμάτια τα πτυχωτά και τα ποδήρη. Τα πέδιλα από δέρματα μαροκινά, αρμοσμένα στις δυνατές φτέρνες. Φέρε την εικόνα που μας αφήσανε οι γυναίκες της αρχαίας Ελλάδας. Οι κοντυλογραμμένες, με τις λεπτές ζώνες, τον κυανό κεφαλόδεσμο, και το ζαρκαδένιο τόνο του κορμιού. Οι Ελληνίδες του Αργούς και της Ιωνίας, οι λινές και οι φαινομηρίδες. Τρέχουνε στα όρη μαζί με την Αταλάντη. Και κοιμούνται στα κοιμητήρια σαν την Κόρη του Ευθυδίκου. Όλες και όλοι στηριγμένοι χαρούμενα σε κάποια μαρμάρινη στήλη, σ’ ένα λιτό κιονόκρανο, σε μια κρήνη λευκή της Αγοράς. Με περίγυρα τους ωραίους γεωμετρημένους ναούς, αναπαμένους στο φως και στην αιθρία. Άνθρωποι, και θεοί, και αγάλματα ένα.

Όλα ετούτα, για να συγκρίνεις την παλαιή και τη νέα Ελλάδα, να τα βάλεις και να τα παραβάλεις. Και στήσε τον Φράγκο από δίπλα, να τα κοιτάει και να τα αποτιμά. Με το δίκιο του θά ‘χει να σου ειπεί: άλλο πράμα η μέρα και το φως, και άλλο η νύχτα και οι μαύροι βρυκολάκοι. Δε γίνεται να βάλεις στο ίδιο βάζο υάκινθους και βάτα.
Και κάπου θα αποσώσουν επιτιμητικά την κρίση τους: Ακούς αναίδεια; Να μας ζητούν κι από πάνω τα ελγίνεια μάρμαρα. Ποιοι μωρέ; Οι χριστιανοχομεΐνηδες;

Αλλά είναι καιρός από τις ασκήσεις επί χάρτου να περάσουμε στα πεδία των επιχειρήσεων. Να κοιτάξουμε την πυρκαγιά που αποτεφρώνει το σπιτάκι μας.
Γιατί είμαστε σβησμένοι από τον κατάλογο των εθνών;
Γιατί η Μακεδονία γίνεται Σκόπια, η Κύπρος γίνεται τουρκιά, το Αιγαίο διεκδικιέται ως το mare nostrum των Οθωμανών;
Γιατί ο πρόεδρος της Τουρκίας είπε πρόσφατα στην Αθήνα, ότι είμαστε μια επαρχία του παλιού οθωμανικού κράτους, που αποσχίσθηκε και πρέπει να μας ξαναπροσαρτήσουν;
Γιατί ο Μπερίσα της Αλβανίας έχει να λέει πως οι Έλληνες κάνουν διπλωματία που έρχεται από το Μεσαίωνα και τους παπάδες;
Γιατί ο Αλέξανδρος βαφτίζεται Ισκεντέρ, και ο Όμηρος Ομέρ Βρυώνης;
Γιατί οι διακόσιες χιλιάδες Έλληνες της Πόλης γίνανε χίλιοι, και οι Τούρκοι της Δυτικής Θράκης θρασομανούν, και γίνουνται όγκος κακοήθης που ‘τοιμάζει μεταστάσεις;
Γιατί δύο από τους πιο σημαντικούς ποιητές μας, ο μέτριος Σεφέρης κι ο μεγάλος Καβάφης, καταγράφουνται στις διεθνείς ανθολογίες και τους ποιητικούς καταλόγους μισό Έλληνες μισό Τούρκοι;

Γιατί όλα τα αυτονόητα εθνικά μας δίκαια Ευρωπαίοι και Αλβανοί, Βούλγαροι και Εβραίοι, ορθόδοξοι και Ρούσοι, Τούρκοι και Βουσμανοαμερικανοί τα βλέπουν σαν ανόητες και μίζερες προκλήσεις, σαν υλακές και κλεφτοεπαιτείες; Ποια τύφλωση μας φέρνει να μη βλέπουμε ότι στα μάτια των ξένων εκαταντήσαμε πάλι οι παλαιοί εκείνοι γραικολιγούρηδες; Οι esurientes graeculi του Γιουβενάλη και του Κικέρωνα;

Το πράγμα έχει και περιγραφή και ερμηνεία. Μέσα στη χώρα, μέσα στην παιδεία δηλαδή και την παράδοση μας, εμείς περνάμε τους εαυτούς μας λιοντάρια, εκεί που οι έξω από τη χώρα μας βλέπουνε ποντίκια. Θαρρούμε πως είμαστε τα παιδόγγονα του Αριστοτέλη και του Αλέξανδρου. Οι ξένοι όμως σε μας βλέπουνε τις μούμιες που βρεθήκανε σε κάποια ασήμαντα Μασταβά.

Γιατί; Τα διότι είναι πολλά. Όλα όμως συρρέουν σε μια κοίτη. Σε μια απλή εξίσωση με δύο όρους και ένα ίσον. Είναι ‘τη: Νεοέλληνες ίσον Ελληνοεβραίοι.
Αν εφαρμόσουμε αυτή την εξίσωση στα πράγματα, θα μας δώσει δύο γινόμενα. Το πρώτο είναι ότι ζούμε σε εθνική πόλωση. Το δεύτερο, ακολουθία του πρώτου, ότι ζούμε χωρίς εθνική ταυτότητα. Οι Νεοέλληνες είμαστε ένα γέννημα μπασταρδεμένο και νόθο. Ούτε ίπποι ούτε όνοι, ούτε όνισσες ούτε φοράδες. Είμαστε μούλοι. Δηλαδή μουλάρια. Και τα μουλάρια δε γεννούν.

Ότι οι Νεοέλληνες είμαστε Ελληνοεβραίοι σημαίνει το εξής: Ενώ λέμε και φωνάζουμε και κηρύχνουμε ότι είμαστε Έλληνες, στην ουσία κινιόμαστε και υπάρχουμε και μιλάμε σα να είμαστε Εβραίοι. Αυτή είναι η αντίφαση. Είναι η σύγκρουση και η αντινομία που παράγει την πόλωση. Και η πόλωση στην πράξη γίνεται απώλεια της εθνικής ταυτότητας. Και το τελευταίο τούτο σημαίνει πολλά. Στην πιο απλή διατύπωση, σημαίνει νά ‘σαι τουρκόγυφτας, και να ζητάς να σε βλέπουν οι άλλοι πρίγκιπα. Σημαίνει νά ‘σαι η μούμια των Μασταβά, και να ζητάς από τους Ευρωπαίους να σε βλέπουν ιδιοκτήτη της Ακρόπολης. Σημαίνει να σε θωρείς λιοντάρι, και οι ξένοι να σε λογαριάζουνε πόντικα.

Είναι μεγάλη ιστορία να πιαστώ να σε πείσω, ότι οι Νεοέλληνες από τους αρχαίους έχουμε μόνο το τομάρι που κρέμεται στο τσιγκέλι του σφαγέα, θέλει κότσια το πράμα. Θέλει καιρό και κόπο. Θέλει σκύψιμο μέσα μας, και σκάψιμο βαθύ. Και κυρίως αυτό: θέλει το μεγάλο πόνο.

Θα σε καλέσω όμως σ’ έναν απλό περίπατο. Θα κάνουμε ένα πείραμα, που λένε οι φυσικοί. Για νά ‘χουμε αποτέλεσμα έμπεδο. Και η γνώση που θα κερδίσουμε νά ‘ναι σίγουρη. Θα επιχειρήσουμε μια στατιστική έρευνα. Θα διατρέξουμε τη χώρα απ’ άκρη σ’ άκρη. Από το χωριό Πυρσόγιαννη της Ηπείρου ως την επαρχία Βιάνου της Κρήτης. Από τη Νίψα και τις Σάππες της Θράκης ως το Παραλίμνι της Κύπρου, κι ως την άκρη το Ταίναρο. Θα ρωτήσουμε Νεοέλληνες απ’ όλες τις τάξεις και όλα τα επίπεδα. Γυναίκες και άντρες, γερόντους και παιδιά, αγράμματους και επιστήμονες, φτωχούς και πλούσιους, ακοινώνητους και αριστοκράτες, πουτάνες και καλόγριες, ξωχάρηδες και αστούς, φιλέρημους και χαροκόπους. Για νά ‘ναι το δείγμα μας ευρύ και πλήρες, που λένε οι γραφειοκράτες. Όλα ετούτα τα αθώα και ανυποψίαστα πλήθη θα τα ρωτήσουμε δυό τρεις ερωτήσεις από το Ελληνικό, κι άλλες τόσες από το Εβραίικο.

Στο Ελληνικό λοιπόν. Να μας ειπούν τι γνωρίζουν για την αρχαία Ελλάδα. Ζητούμε μια γνώση σοβαρή και υποψιασμένη. Όχι φολκλόρ και γραφικότητες. Γιατί γνώση της Ελλάδας είναι εκείνο που ξέρουμε να το ζούμε κιόλας. Όχι δηλαδή ο Ηρακλής μωρό έπνιξε τα φίδια· ότι ο Αρχιμήδης εχάραζε κύκλους στην άμμο, ούτε τάν ή επί τάς, μέτρον άριστον, ο Μινώταυρος στην Κρήτη και το πιθάρι του Διογένη, ούτε αν ξέρουν πως η ψωλή του Δία εγίνηκε κεραυνός και χτύπησε τους σχιστούς λειμώνες της Ολυμπιάδας, για να γεννήσει στο Φίλιππο τον Αλέξανδρο. Τέτοια γνώση της κλασικής Ελλάδας θά ‘τανε τουρισμός στην Τυνησία. Η φουστανέλα και το κόκκινο φέσι στη Μελβούρνη και στην Πέμπτη Λεωφόρο κατά τις εθνικές γιορτές. Θα ζητήσουμε γνώση ουσίας. Να μας ειπούνε, δηλαδή, αν έχουνε ακουστά τα ονόματα Εμπεδοκλής, Αναξίμανδρος, Αριστόξενος ο Ταραντίνος, Διογένης Λαέρτιος, Αγελάδας, Λεύκιππος, Πυθαγόρας ο Ρηγίνος, Πυθέας, που στον καιρό μας αντίστοιχα σημαίνουν Αϊνστάιν, Δαρβίνος, Μπετόβεν, Έγελος, Μιχαήλ Άγγελος, Μαξ Πλανκ, Ροντέν, Κολόμβος. Να μας μιλήσουν για κάποιους όρους σειράς και βάσης, όπως σφαίρας στον Εμπεδοκλή, κενό στο Δημόκριτο, εκπύρωση στον Ηράκλειτο, μηδέν στον Παρμενίδη, κατηγορία στον Αριστοτέλη, τόνος στους Στωικούς. Να μας ειπούν οι κάθε λογής Έλληνες επιστήμονες τι τους λέει η λέξη ψυχρά φλογί στον Πίνδαρο, μεταδάλλον αναπαύεται στον Ηράκλειτο, δακρυόεν γελάσασα στον Όμηρο, χαλεπώς μετεχείρισαν στο Θουκυδίδη. Να μας ειπούνε, πόσοι φιλόλογοι, έξω από τα σχολικά κολυβογράμματα, έχουν διαβάσει στο πρωτότυπο τρεις διάλογους του Πλάτωνα, δύο Νεμεόνικους του Πινδάρου, την Ωδή στην αρετή του Αριστοτέλη, έναν Ομηρικό Ύμνο. (Και αυτό δεν είναι ραψωδία). Και για να μας πιάσει τεταρταίος και καλπάζουσα, να μας ειπεί ποιος γνωρίζει και διδάσκει από τους ειδικούς προφεσσόρους στα πανεπιστήμια ότι οι τρεις τραγικοί ποιητές μας στη βάση τους είναι φυσικοί επιστήμονες, ότι στη διάλεξη του για την αρετή ο Πλάτων έκαμε στους ακροατές του ένα μάθημα γεωμετρίας, ότι η Ακρόπολη των Αθηνών είναι δωρικό, και όχι ιωνικό καλλιτέχνημα, ότι η διδασκαλία τραγωδίας στο θέατρο ήταν κήρυγμα από άμβωνος, ότι η θρησκεία των Ελλήνων ήταν αισθητική προσέγγιση των φυσικών φαινομένων.

Δε νομίζω, αναγνώστη μου, ότι σε όλα αυτά τα επίπεδα η έρευνα μας θα δώσει ποσοστά γνώσης και κατοχής σε βάθος του κλασικού κόσμου από τους Νεοέλληνες που να υπερβαίνουν τους δύο στους χίλιους. Τι φωνάζουμε τότε, και φουσκώνουμε, και χτυπάμε το κούτελο στο μάρμαρο ότι είμαστε Έλληνες; Για το θεό δηλαδή. Παράκρουση και παραφροσύνη.

Θα μου ειπείτε:
- Μήπως και οι Ευρωπαίοι γνωρίζουν σε τέτοιο βάθος την αρχαία Ελλάδα;
Θα σας ειπώ:
- Όχι. Αλλά οι Ευρωπαίοι δεν καυχιούνται ότι είναι Έλληνες, όπως εμείς. Καυχιούνται ότι είναι Γάλλοι, και Ιταλοί, και Βέλγοι. Γιατί αυτό είναι στην ουσία της η αρχαία Ελλάδα. Δεν είναι τα πασουμάκια του Ηρακλή στο παλάτι της Ομφάλης. Ούτε ο Οδυσσέας με το παλούκι του στη σπηλιά του Κύκλωπα. Η αρχαία Ελλάδα είναι ένας πολιτισμός ασύγκριτος. Μια κοσμοθεωρία πλήρης. Ένας τρόπος ζωής ολοκληρωμένος και τέλειος. Είναι η πιο κοντά στη φύση και στη φυσική ιδιότητα κοινωνία, που έσωσε να δημιουργήσει ο άνθρωπος.

Δεν είναι τυχαίο που λέξεις ελληνικές, όπως μουσική, θέατρο, οργασμός, φιλοσοφία, μαθηματικά, φυσική, δημοκρατία, γεωμετρία, πολιτική, περάσανε σε όλες τις γλώσσες των εθνών του OHE σήμερα. Και με τις λέξεις αυτές ζουν και δηλώνουν τις βαθύτερες ουσίες του ανθρώπινου βίου τα δισεκατομμύρια του πλανήτη. Δεν είναι τυχαίο, που όχι μόνο ο πλανήτης αλλά και ο ουρανός, το σύμπαν ολόκληρο είναι κατάσπαρτο με τις ελληνικές λέξεις και με τα ελληνικά γράμματα που ονομάζουν διεθνώς τους αστερισμούς, και τους φωτεινότερους αστέρες του κάθε αστερισμού. Όχι. Δεν είναι καθόλου τυχαίο. Εκείνο που είναι τυχαίο, είναι πως ο λαός που κατοικεί σήμερα στη χώρα που παλαιά την εκατοίκησαν οι Έλληνες, ονομάζουνται Έλληνες. Η έρευνα μας έδειξε ότι μόνο Έλληνες δεν είναι. Γιατί τους Έλληνες ούτε τους βλέπουν ούτε τους γνωρίζουν.

Από το Ελληνικό ερχόμαστε στό Εβραίικο. Ερωτάμε το ίδιο στατιστικό δείγμα, το ευρύ και το πλήρες, αν έχουν ακουστά τα ονόματα Μωϋσής, Αβραάμ, Ησαΐας, Ηλίας με το άρμα, Νώε, Βαφτιστής, Εύα η πρωτόπλαστη, Ιώβ, ο Δαναήλ στο λάκκο, η Σάρα που γέννησε με εξωσωματική. Και όχι μόνο τα ονόματα, αλλά και τις πράξεις ή τις αξίες που εκφράζουν αυτά τα ονόματα. Υπάρχει γριά στην επικράτεια που να μην τους ξεύρει τούτους τους Εβραίους; Δεν υπάρχει ούτε γριά, ούτε ορνιθοκλόπος στις Σποράδες, ούτε κλεφτογιδάς στην Κρήτη. Εδώ τα ποσοστά αντιστρέφουνται. Στους χίλιους Νεοέλληνες τα ναι γίνουνται εννιακόσια τόσα, και τα όχι δύο. Και δεν ξεύρουν μόνο τα ονόματα, αλλά είναι έτοιμοι να σου κάνουν αναλύσεις στην ουνιβερσιτά και στην ακαντέμια για τις ηθικές και άλλες αξίες που εκφράζει το κάθε όνομα.

Το ίδιο συμβαίνει και για φράσεις όπως Προς Κολασσαεΐς, Προς Κορινθίους, Έκ τοϋ κατά Λουκάν. Εδώ μάλιστα μεγάλος αριθμός Νεοελλήνων ξεύρει απόξω ολόκληρα χωρία και περικοπές. Το ίδιο συμβαίνει, αν τους ειπείς για τόπους όπως Ιορδάνης, Γαλιλαία, Γεσθημανή (sic), Όρος Σινά, Καπερναούμ, Τιβεριάς. Αν όμως τους ειπείς για Βάσσες ή Φιγαλία, για Αργινούσες ή Πλημμύριον, για Περίπατο ή Κήπο (περιπατητικοί, επικούρειοι), σου απαντούν, όπως ο Μακρυγιάννης. Όταν είδε το Σκούρτη και τους άλλους ναυάρχους στα όρη να οδηγούν σε μάχη τους στρατιώτες του Νικηταρά με ναυτικά παραγγέλματα:
- Τι όρτζα, πότζα, και γαμώ το καυλί του μας λέει ο κερατάς;

Το ίδιο συμβαίνει, αν ζητήσεις να σου αναλύσουν την επί του Όρους Ομιλία, ή να σου τραβήξουνε διάλεξη περί νηστείας, περί προσευχής, περί του «Δεύτε οι ευλογημένοι…». Ο κάθε Νεοέλληνας εδώ είναι πτυχιούχος και ειδήμονας. Είναι κληρονόμος και καθηγητής. Ξέρει να ταΐσει άχυρα το σκυλί του, και κόκαλα το γαϊδούρι του. Γνώση και πίστη και σοφία, που να ιδούν τα μάτια σου και να μην πιστεύει ο νους σου.

Ένας παπάς, και Κρητικός μάλιστα, στη μητρόπολη Κορίνθου, με κοίταζε κάποτε γλαρωμένος.
- Τι βλέπεις παπά;
- Έχω ένα όραμα, μου λέει. Να μαζέψω κάποτες λεφτά από τους ομογενήδες. Να σηκώσω εδώ στον Ισθμό, μπαίνοντας στο Μοριά να το βλέπουν ούλος ο κόσμος, ένα άγαλμα του απόστολου Παύλου. Ίσαμε πενήντα πήχες ψήλος, και βάλε.
- Σαν το άγαλμα της Ελευθερίας ε; του κάνω.
- Έτσι, μου λέει. Κι όλο έπαιρνε φωτιά.
- Και γιατί του Παύλου, δηλαδή; Και τόσο πελώριο;
- Μα…για τις «Προς Κορινθίους» ντε!
- Τον ξέρεις τον Κολοσσό της Ρόδου; τον ερωτώ.
- Ναι. Τέτοιονε θέλω και τον Παύλο.
- Τον Κολοσσό του Μαρουσιού τον ξέρεις;
- Εννοείς το βιβλίο για τον Κατσίμπαλη; Το ξέρω.
- Τον κώλο του Μαρουσιού, παπά, τον ξέρεις;
- …
- Άστα αυτά, του λέω. Είναι της αριστερής διανόησης.
- Εμ, λέω κι εγώ. Γι’ αυτό δεν τον ξέρω, μου απαντάει.
- Γιατί, βρε αρκουδόπαπα, ξέσπασα, δε στήνεις ένα άγαλμα του Νικηταρά ή του Κολοκοτρώνη, που μας λευτερώσανε και είδαμε μοίρα στον ήλιο; Και να το κάμεις ψηλό και βαρύ ωσάν τον Ακροκόρινθο που βλέπεις αντίκρια σου; Όπως θα ταίριαζε στους παλικαράδες μας; Μόνο μου θέλεις τον Εβραίο. Δεν ξέρεις ότι με τους Εβραίους οι Έλληνες είμαστε η φωτιά με το νερό; Όχι από εθνικό μίσος, όπως με άλλους, αλλά από αντιπαράθεση κοσμοθεωριών; Δεν άκουσες ποτέ την ιερή βρισιά του λαού μας: «Γαμώ τον Εβραίο σου!». Δεν άκουσες ποτέ το δημοτικό μας τραγούδι, «Και κείνη η σκύλα η άνομη, Οβρέσσας θυγατέρα»; Άιντε, καημένε μου. Που να ζεις και νά είσαι. Κι είσαι κι από τα χωριά του Ερωτόκριτου και του Βενιζέλου.

Μ’ ένα λόγο, ο μέγας και ο βαθύς εβραίικος πολιτισμός -δεν ειρωνεύομαι, κυριολεκτώ- μέσα από τη χριστιανική του μετάλλαξη, κι αυτή πια δεν είναι ούτε μεγάλη ούτε βαθιά, πέρασε ως το μυελό των οστών και στη διπλή σπείρα του DNA όλων των Νεοελλήνων. Ένα μόνο δε γνωρίζουν. Ότι ο σπουδαίος αυτός πολιτισμός είναι εντελώς αντίθετος με τον πολιτισμό της κλασικής Ελλάδας. Το αρνί και ο λύκος. Ο πάμφωτος ναός της Αφαίας στην Αίγινα, και το μονύδριο της αγίας Ελεούσας στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων, με την αγράμματη καλόγρια που κυνηγά τις έγκυες και τις λεχώνες, γιατί ‘ναι μαγαρισμένες, λέει. Αλλά δεν είναι εδώ ο καιρός και ο τόπος για τέτοιες εξηγήσεις. Το θηρίο το καταπάλαιψα σε άλλες εκστρατείες. Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης που ξαστόχησε, λέει ο ποιητής.

Τέτοιας λογής αποτέλεσμα θα μας δώσει η στατιστική έρευνα στον πληθυσμό της χώρας αναφορικά με την απόδραση του Ελληνικού, και την επίδραση του Εβραίικου. Στην επιφάνεια και στον τύπο και στο όνομα είμαστε Έλληνες. Στο βυθό όμως και στην ουσία και στην ύλη είμαστε Εβραίοι. Και μη μας παραπλανά το απλοϊκό δικηγοριλίκι, που κανοναρχούν ιεροκήρυκες και ιερολόγοι, ότι τάχατες άλλο Εβραίοι κι άλλο χριστιανοί. Άλλο ορθόδοξοι κι άλλο ρωμαιοκαθολικοί. Ο ισχυρισμός αυτός είναι δόλιο σόφισμα, και αφέλεια ξεχειλωμένη. Όσοι λένε τούτη την παλαβομάρα, είναι σα να λένε: Άλλο εταίρα κι άλλο πουτάνα. Μα σε σεμνεία δουλεύουνε και οι δύο. Άλλο δρομέας κι άλλο δισκοβόλος. Μα αθλητές είναι και οι δύο. Άλλο λέμφωμα, άλλο λευχαιμία, κι άλλο νεοπλασία του λάρυγγα. Μα καρκίνοι είναι όλοι τους. Και κακά σπυριά, που σκοτώσανε Καβάφη και Φρόυντ.

Οι Νεοέλληνες εκρατήσαμε το σχήμα μόνο από τους Έλληνες. Η μάζα όμως, το πι που λένε οι φυσικοί, είναι καθαρά εβραίικη. Και ο χώρος, το βραύνιπι ή β που λένε οι φυσικοί, μέσα στον οποίο συντελέστηκε η αφελλήνιση των Ελλήνων είναι το χριστιανικό Βυζάντιο. Και ο χρόνος, ο Ιειτιριιβ ή το ΐ που λένε οι φυσικοί, που στη διάρκεια του συντελέστηκε ο εξεβραϊσμός των Ελλήνων είναι από τον καιρό του Θεοδόσιου μέχρι σήμερα. Ο Θεοδόσιος εγκρέμισε τους ναούς, έσπασε τα αγάλματα, έκλεισε τα στάδια, τα θέατρα, τα ελληνικά σχολεία. Όλες τις πηγές που ποτίζανε την ελληνική αντίληψη ζωής. Γι’ αυτό τον εβαφτίσανε Μέγας. Όπως εβαφτίσανε Μέγας και τον προαγωγό του, με τη διπλή σημασία η λέξη, τον Κωνσταντίνο. Τον καίσαρα που έσφαξε τη γυναίκα του και το γιό του. Και τους εβάφτισαν Μέγας, εκείνοι που εβάφτισαν Μέγας και τους Αθανάσιους, τους Βασίλειους, και όσους τέτοιους. Όλοι τους γκρεμιστάδες, παραχαράκτες, αλάριχοι, βάνδαλοι της ελληνικής ιδέας.

Η άλλη φωνή, που λέει ότι τίποτα δεν εσήμαιναν ετούτες οι φρικαλεότητες των χριστιανών κατά των Ελλήνων, για όσους δεν εξεφτίσανε σε Εβραιοέλληνες αλλά έμειναν Ελληνοέλληνες, έρχεται από πολύ μακρυά και την ακούνε λίγοι:
«Γιατί τα σπάσαμε τ’ αγάλματα των, γιατί τους διώξαμεν
απ’ τους ναούς των, διόλου δεν πέθαναν γι’ αυτό οι θεοί».

Καβάφης ειν’ αυτός, αναγνώστη μου, δεν είναι σαράφης. Ούτε Βούδας και Κούδας. Και το ποίημα λέγεται Ιωνικόν. Δε λέγεται Χερουβικόν.

Ο κακουργημός και η εξόντωση του κλασικού Έλληνα από τον εβραιόφρονα χριστιανό εκράτησε από το Θεοδόσιο ως την αυγούστα Ευδοξία. Ως το 843 που έγινε η επίσημη αναστύλωση των εικόνων. Η γιορτή της Ορθοδοξίας που γιορτάζεται κάθε χρόνο από τότε, στο έμπα της άνοιξης, πολύ λαμπρά και με την παρουσία όλης της επιφάνειας του κράτους, ως και οι ξένοι πρεσβευτάδες!, στο θετικό της συμβολίζει το θρίαμβο των χριστιανών. Στο αρνητικό της όμως δηλώνει την τελική κατακρεούργηση κάθε Ελληνικού. Είναι η ταφόπετρα της ελληνικής ιδέας.

Η τελευταία αντίσταση του μετρημένου «Έλληνα» στο ασιατικό τέρας ήταν ο Λέων Γ’ ο Ίσαυρος. Έξυπνησε ο άνθρωπος ένα πρωί, και είδε το μισό πληθυσμό της χώρας τουρλωτούς παπάδες και παχυμουλαράτους καλόγερους. Τότε, σαν το Χριστό με το φραγγέλιο, σήκωσε αυτό που το λένε Εικονομαχία. Και ετελείωσε με το χαμό του φωτός και το σωσμό του σκότους. Με την Κυριακή της Ορθοδοξίας, ή την ταυτότητα του Νεοέλληνα.

Έλληνες λοιπόν στο δέρμα. Και Εβραίοι στα κόκαλα και στο αίμα, στην καρδιά, στα άντερα και στη χολή. Ιδού το κλειδί, η αιτία, ο λόγος της εθνικής σχιζοφρένειας.

Πίσω από τα Σκόπια, από το Αιγαίο, τις Ολυμπιάδες, την Κύπρο, πίσω από τους κατσιβελισμούς, τα δάνεια και τις ψωροκώσταινες· πίσω από Εξαρχόπουλους, Μεταξάδες και Παπαδοπουλέους· πίσω από Μαρίκες και Μιμίκες και κατσίκες, και Κοσκωτάδες και σκατάδες· πίσω από Κορυδαλλούς και κοριούς και καθάρσεις και λοιμοκαθαρτήρια· πίσω από ρουσφέτια και βιλαέτια και κασαβέτια, βρίσκεται η εθνική μας σχιζοφρένεια. Αυτή απεργάστηκε την εθνική πόλωση, και την εθνική αταυτότητα.

Στο χωριό των χιλίων κατοίκων του πλανήτη μας σήμερα οι δύο Έλληνες πηδοκοπούν κατά μπροστά, κι έχουν βιδωμένο το κεφάλι να βλέπει κατά πίσω. Τους κοιτάνε οι ξένοι, ανοίγουν διάπλατα τα μάτια, και τους προγκάνε.
- Στραβομάρα και πάλαβρα. Βρε ούστ!

Στους χρόνους της Άλωσης οι στρατιώτες του Παλαιολόγου που υπεράσπισαν τα τείχη ήσαν οχτώ χιλιάδες. Την ίδια ώρα που στα μοναστήρια του κράτους βρίσκουνταν τριακόσιες χιλιάδες καλόγεροι στην άλκιμη ηλικία του μάχιμου άντρα. Να τρώνε και να πέρδονται και να τρέφουνε πρωκτό. Και ο αρχηγός του κράτους την Κυριακή έψελνε πατριάρχης στην αγια-Σοφιά, και τη Δευτέρα γονάτιζε τσανακογλείφτης στο σαράι.

Έτσι, μιλώντας για πατριάρχη και για σουλτάνο, φτάνουμε στους πρώτους κύκλους της Κόλασης του Δάντη. Κάποτε πρέπει να ξεκλειδώσουμε το κατώγι της ιστορίας μας. Και να φέρουμε στο φως «τους όφεις και τα φίδια» που είναι μέσα κλεισμένα. Να ειπούμε, δηλαδή, ότι το πρώτο μέλημα του πορθητή της Πόλης ήτανε να θρονιάσει στο στασίδι των σκλάβων τουρκόφρονα πατριάρχη. Όχι για να προστατέψει τα νιτερέσα του δούλου γένους, όπως μας λένε αιώνες τώρα οι δάσκαλοι και τα βιβλία. Αλλά για να τον έχει δόλιο και χθόνιο συνεργάτη στο αρειμάνιο οθωμανιλίκι του. Στο να μη σηκώσουνε, δηλαδή, ποτές κεφάλι οι ραγιάδες.

- Εσύ από τη μεριά σου, παπά, είπε ο Πορθητής στον πατριάρχη Γεννάδιο, αυτόν που διάταξε να κάψουν τα βιβλία του Πλήθωνα για τον Πλάτωνα, θά’ σαι το δικό μου μούτρο με τη μουστακοφόρα και τη ραγιάδικη προβοσκίδα. Ο κρυφός πολυχρονεμένος πατισάχ. Θα τους λες, μαζί με την κυρα-Δέσποινα, υπομονή και κουράγιο, και «πάλε με χρόνους με καιρούς…». Και θα τους κρατάς καλά στους χαλκάδες και τις άλυσες. Με τον καιρό θα μάθεις. Και η συμπεριφορά σου θα γενεί πολιτική σκεπαστή, και υψηλή διπλωματία. Με τους δραγομάνους και τους οσποδάρους που θα σου φτιάξω, και δίπλα στους ιδικούς μου τζοχανταραίους, τον πασά και το μουφτή, τον κατή και το βοΐβοντα, θα οργανώσουμε ένα τέλειο σύστημα διοίκησης. Τη συντήρηση, δηλαδή, και το διαιωνισμό της σκλαβιάς. Και τού ‘κλεισε το μάτι.
Εγώ από τη μεριά μου, υποσχέθηκε, θα σ’ έχω στα χρυσά και στην πορφύρα, Θα τρως, και θα πίνεις, και θα παχαίνεις. Όπως το λέει και το τραγούδι:
«Καρδιά μου, τι ξαλάφρωμα,
τι πρήξιμο, κοιλιά μου».

Και τα «οθωμανικά» τερτίπια μου, αν το βαστά η καρδούλα σου, και κείνα δικά σου. Παπαδάκια και γιουσουφάκια. Μόνε πρόσεχε! Στο κρυφό και στο σκεπασμένο. Θά ‘χεις τις εκκλησιές σου, τις πισκοπές και τα μοναστήρια σου. Δίσκους, κεριά, λιβάνια, τάματα, διαθήκες, άσπρα και γρόσια, βακούφια και χτήματα μοναστηριακά, ούλα αφορολόγητα. Θα τα γιομίζεις με διάκους, και με καλόγερους τίγκα. Κι αμάν αμάν. Αλλά τη συμφωνία μας και τα μάτια σου. Γιατί θα σε κρεμάσω με τ’ άντερα σου.



Έχεις ακουστά, τίμιε αναγνώστη, για τα μοναστηρίσια γεύματα και τα μοναστηρίσια τραπέζια; Ακόμη αποκρατά ο απόηχος. Ο Ανώνυμος της Ελληνικής Νομαρχίας διηγάται πως ο δεσπότης Ιωαννίνων είχε μια κοιλιά σαν εξάμετρο βαγένι. Και πως σαν εστρωνότανε για πρόγευμα, έτρωγε δύο οκάδες γιαούρτι σακούλας, και μισή οκά σαρδέλλα παστωμένη με το χουλιάρι την καθησιά.

Έτσι, λοιπόν, από τούτη τη συμφωνία του πατριάρχη με το σουλτάνο, πέρα από τους τέσσερες αιώνες της φοβέρας και της σκλαβιάς, τι βγήκε; Βγήκε η περίφημη ρασοφόρα διπλωματία του ραγιά και του καγιά. Σήμερα τη λέμε φανάρι και φαναριωτισμό. Είναι οι Φαναριώτες. Οι αόρατοι τουρκολάτρες. Οι πρίντζιπες και οι ηγεμόνες της Βλαχομπογδανίας που λέει ο Ρήγας. Οι Καρατζάδες, οι Μουρούζηδες, οι Σούτσοι, οι Ραγκαβήδες, οι Μαυροκορδάτοι, και οι πανάθλιοι Κωλέττηδες. Αυτή η λύμη και η συφορά. Το θρεφτάρι του πατριάρχη και του σουλτάνου. Το θρεφτάρι του ελληνοεβραίικου φυράματος, δηλαδή, στην καινούργια του μετάλλαξη, που όταν θα ‘ρθεί η ώρα του μεγάλου Σηκωμού, θα παίξει τον ολέθριο ρόλο του. Θα δημιουργήσει τη μοιραία αντιπαράθεση ανάμεσα στους γνήσιους Έλληνες, τους Ελληνοέλληνες αλλιώτικα, και στους μούλους Έλληνες, τους Ελληνοεβραίους αλλιώτικα. Ανάμεσα, δηλαδή, «στα συνήθια της Ιλιάδας» που αποκρατούν ακόμη, όπως έγραφε ο Σολωμός, την ουσία, και στη δουλόφρονα και μουλωχτή πολιτική του κλήρου, τον τύπο.

Το σχήμα Ελληνοέλληνες και Ελληνοεβραίοι στο μεγάλο Σηκωμό θα λάβει τη διπλή διάταξη. Από δω οι αγωνιστές και οι αγράμματοι, από κει οι πολιτικοί και οι κοντυλοφόροι Φαναριώτες. Φιλικοί και Ρήγας και Υψηλάντες· Μαρκομπότσαρης και Κολοκοτρωναίοι· Αντρούτσος, Παπαφλέσσας, Νικηταράς και Μακρυγιάννης· ο Αθανάσης Διάκος, ο Κανάρης, ο μεγάλος Καραϊσκάκης, ο Καποδίστριας· οι Σουλιώτες και οι Μανιάτες. Αυτή είναι η κρυστάλλινη πηγή του Ελληνοέλληνα, που δεν κατεβαίνει από τα συναξάρια και το Οκτωήχι της εκκλησίας. (Μη σε ξεγελά, που ο Κολοκοτρώνης γραφή και ανάγνωση έμαθε από το Οκτωήχι). Αλλά ροβολάει από τον Όλυμπο και τον Αλφειό και την Κασταλία βρύση. Από τον Κιθαιρώνα, το Βριλησσό και τον Ευρώτα. Είναι η αρχαία αρετή και η νέα λεβεντιά. Είναι η εμορφάδα και το φιλότιμο, η μπέσα, και ο λόγος σπαθί. Το καθαρό μάτι, και το τίμιο χέρι.
Όταν η Διοίκηση, το φαναριωτιλίκι δηλαδή, μας λέει ο Σολωμός, για να διασπάσει τους οπλαρχηγούς του Βάλτου, έστειλε είκοσι διπλώματα στρατηγών, εκεί που ήταν μόνο ο Μαρκομπότσαρης, ο Μάρκος τους εκάλεσε, έσκιασε μπροστά στα μάτια τους το δίπλωμα του, και είπε:
- Ο Σκόντρα πασάς τα δίνει τα διπλώματα. Κι όποιος είναι παλικάρι, ταχιά το παίρνει από τα χέρια του.
Είπε και τράβηξε κατά το Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου. Εσκοτώθηκαν Τούρκοι έως οχτακόσιοι. Από τους δικούς του δεκατρείς. Και τριάντα λαβωμένοι. Τον έφεραν από το Καρπενήσι στο Μεσολόγγι στον ώμο. Και τον ταφιάσανε με μοιρολόγια και κλάηματα. Όπως παλαιά οι Αχαιοί τον Πάτροκλο.

Κι από την άλλη στο σχήμα το κηφηναριό του πατριάρχη. Οι πρίντζιπες, οι καλαμαράδες, οι σπουδαγμένοι στην Ευρώπη με τα ψαλιδοκέρια και τις βελάδες. Οι Φαναριώτες που προσφωνάζουνταν Εξοχότατε και Γενναιότατε! Κι όσες φορές πέτυχαν να ηγηθούν στις μάχες, έσπειραν στους Έλληνες το θρήνο και τη συφορά. Μαυροκορδάτος, Νέγρης, ο άθλιος Κωλέττης, κι όλη η συναφής κουλουμωτή μύγα.

Θα κατεβούν στη σηκωμένη χώρα σα θολωμένα ρέματα και λασπουριά. Θα κοιταχτούν πονηρά με τα δύο και τα τέσσερα στραβά τους. Θα συναγροικηθούν αστραπιαία στις γωνίες και στα σκοτεινά. Και θ’ αμολήσουν στον τόπο τις όχεντρες. Δεκαπέντε μήνους επολέμησαν οι Έλληνες τον τύραννο. Κι αν ήθελαν βαστάξει μονιασμένοι ως το τέλος, θα τον εφτάνανε στην Κόκκινη Μηλιά. Αλλά τους άλλους πεντέμισυ χρόνους σφαξόντανε μεταξύ τους. Και το σπαθί να βυθίζεται στη λαβή. Αυτό ήταν το έργο των Φαναριωτών, των δεσποτάδων, και της ελληνοεβραίικης ανομίας.
-Τι κοιτάς, Κολοκοτρώνη μου, με το μάτι σου στυλωμένο τόση ώρα εκεί, κατά τα βουνά;
-Α! βλέπω πίσω από τα βουνά. Εκεί στην πόρτα τ’ Αναπλιού. Και τους καλαμαράδες να πλέκουν ένα γαϊτανάκι. Μα ένα γαϊτανάκι!
Κι άλλη φορά σε μια σύναξη γυρίζει άγρια ο Γέρος κατά το δεσπότη της Άρτας:
-Μη μου βροντάς, παπά, το πασουμάκι στο τραπέζι, γιατί βροντώ το σπαθί, και σου κόβω το κεφάλι.
Πήρε φόρα το ράσο του δεσπότη, κι ακόμη λακάει. Από το Μοριά στην Άρτα με τα πόδια. Και με τα πασουμάκια.

Ποιος είναι ο Γρηγόριος ο Ε’;
Είναι εκείνος που σύνταξε το κείμενο του αφορισμού στα 1799. Και η εκκλησία το βρόντηξε αργότερα στην ανθρωπιά του Καΐρη, όπως η κατάρα τον κεραυνό στο μέτωπο του Κάιν. Του φωτισμένου σοφού, και του ήρωα στους ιερούς αγώνες Καΐρη. Γιατί άρχισε να ξεμπροστιάζει τους παπάδες, και να φωτίζει τον κοσμάκη.
Ποιος είναι ο Γρηγόριος ο Ε’;
Είναι ο ίδιος που αφόρισε τον Υψηλάντη και τους Φιλικούς. Το μεγαλείο και το μυστήριο της Εταιρείας.
Θα μου ειπείς πως τον εκρέμασε ο σουλτάνος. Θα σου ειπώ, μα πώς αλλιώς λοιπόν; Επρόδωσε την καταχθόνια συμφωνία τους. Εκοιμήθηκε. Και χωρίς να το νιώσει άφηκε να ξεσφίξει η θηλειά στο λαιμό του ραγιά. Εφούσκωσε στο σκαφίδι το προζύμι του εθνικού άρτου, και πια δεν ημπορούσε να το κρατήσει με τίποτα.
Ποιος είναι ο Γρηγόριος ο Ε’;
Είναι αυτός που στα 1819 με πατριαρχικό φιρμάνι απαγόρεψε στους παπάδες να βαφτίζουν τα παιδιά μας με ονόματα ελληνικά. Καταλαβαίνεις τι σου λέω, τίμιε αναγνώστη;
Ποιος είναι ο Γρηγόριος ο Ε’;
Είναι ο πατριάρχης που έσκασε από το κακό του, γιατί τον εμπόδισαν και δεν επρόφταξε να αφορίσει το Ρήγα. Το μεγαλομάρτυρα Ρήγα.
Ποιος είναι ο Γρηγόριος ο Ε’;
Είναι ο πατριάρχης που βλέπουμε τον ανδριάντα του μπροστά στο εθνικό πανεπιστήμιο. Δίπλα στο Ρήγα. Πού ξανακούστηκε τέτοιο κυλώνειο άγος! Ο Λεωνίδας κι ο Εφιάλτης αγκαλιά. Η ελληνική σχιζοφρένεια αγαλματοποιημένη μπροστά στα πόδια της ελληνικής παιδείας. Μπροστά στο αγνό βάθρο του μέλλοντος των παιδιών μας. Αυτή η συμβολική στιγμή και εικόνα, ο Γρηγόριος Ε’ δίπλα στο Ρήγα μπροστά στο πανεπιστήμιο, είναι το σύμβολο παλλάδιο της μουλαροσποράς μας.

Ο καημένος ο Κολοκοτρώνης. Είπε κάποτε πως μια μέρα το πανεπιστήμιο θα γκρεμίσει το παλάτι. Λάθος, σοφέ μου γέρο. Γιατί αφόντας εστήσανε μπροστά στο πανεπιστήμιο τον πατριάρχη, η νεότερη Ελλάδα είχε παίξει πια τη ζαριά της στο Ρουβίκωνα. Είχε πάρει το δρόμο της. Τη στράτα του κακού και της ανεμοζάλης. Η Ελλαδοελλάδα αποσύρθηκε, άκρα πικραμένη και περήφανη. Και άφηκε την Εβραιοελλάδα να ξερογλείφεται σα μαϊμού απάνου στη σκηνή του Καραγκιόζη:
«Γειά σου, μάνα μου Ελλάς, είμαι κλεφτοφουκαράς».



Η σμαρδή και φαναριώτικη πολιτική στον Αγώνα, με Μαυροκορδάτο και Κωλέττη και παπάδες, θα περάσει ύστερα, και θα δώσει το ρυθμό και τον τόνο της στην πολιτική ιστορία της «νεότερης Ελλάς». Φατρίες, κομματισμός, αρριβισμός, βουλευτοτσιφλικάδικα. Εθνική αφασία, ξενοκίνητα νήματα της μαριονέττας, το αγγλόφιλο, το γαλλόφιλο, το ρωσόφιλο. Πολιτική του ρουσφετιού και της ασυδοσίας, δουλοφροσύνη, λεονταρισμοί, απαξία, ιδιοτέλεια. Ό,τι ανθίζει πια, κι ό,τι καρπίζει σήμερα στη χώρα. Νούλες και κουλούρηδες, χάχηδες και σάκηδες, ντόρες και ντορήδες. Περάστε κόσμε.

Έξω από τα λίγα αργά φωτεινά διαλείμματα. Το αγγελικό και μαύρο φως του ποιητή. Που ο ένας θα περάσει μια Κυριακή πρωί μπροστά στον αη-Σπυρίδωνα. Που ο άλλος θα ειπεί κατάδακρυς: «Ώστε λοιπόν, ανθ’ ημών Γουλιμής!». Και ο τρίτος θα σημειώσει σιωπηλά στο καλεντάρι του: 1 Νοεμβρίου 1920.

Η τελευταία πράξη της τραγωδίας, η ταφόπλακα δηλαδή που σκέπασε το φονικό, ανάλογη με την ταφόπλακα του 843 που έθαψε την αρχαία Ελλάδα, ήταν το διάταγμα του ελληνικού κράτους να ονομάσει το Υπουργείο για τη μόρφωση των παιδιών μας Υπουργείο των Εκκλησιαστικών. Και λίγο αργότερα Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Και τούτο το άνομο όνομα και νόημα τέρας το φέρνει μέχρι σήμερα. Η εθνική σχιζοφρένεια υπογράφτηκε και σφραγίστηκε με τη μεγάλη του Κράτους σφραγίδα.

Ακούσατε πουθενά σε Ευρώπη ή σε Αμερική, σε Σαχαλίνη, Ταγκανίκα ή Εσκιμώους, η παιδεία ενός έθνους, η μεγάλη ελπίδα και το μυστήριο των μυστηρίων του, να μπερδεύεται με το αντερί και το ράσο; Οι Ελληνοεβραίοι πολλοί θωρούν ακίνητοι τον πατριάρχη μπροστά στο πανεπιστήμιο, και φουσκώνουν σά διάνοι. Οι Ελληνοέλληνες λίγοι μιλούν για την εθνική σχιζοφρένεια, και ψιθυρίζουν σαν το μεγάλο Σολωμό: «Αλλίμονον, η δάφνη κατεμαράνθη!». Και κλαίνε.

Αλλά πέστε να πάψουν επάνω οι φωνές των γυναικών. Και σταματήστε τα δάκρυα για τον Ορέστη. Γιατί κάπου βαθιά στον καθένα μας υπάρχουν κρυμμένοι οι Έλληνες. Και περιμένουν. Τό ‘δειξε ο Θοδωράκης και ο Σολωμός. Τό ‘δειξε ο Καποδίστριας και η Λιογέννητη. Τό ‘δειξε το ’12-’13 και ο Τρικούπης. Τό ‘δειξε ο Γοργοπόταμος, ο Καβάφης, και το ύψωμα 731 κοντά στο Βεράτι.

Έλληνες θα ειπεί δύο και δύο τέσσερα στη γη. Όχι δύο και δύο είκοσι δύο στον ουρανό.
Έλληνες θα ειπεί να τελείς στους νεκρούς τις χοές της Ηλέκτρας. Όχι κεριά στους νεκρόλακκους, και δηνάρια στο σακούλι του τουρκόπαπα.
Έλληνες θα ειπεί να προσκυνάς τακτικά στους Δελφούς το γνώθι σαντόν. Όχι να κάνεις την εξομολόγηση στους αγράμματους πνευματικούς και στους μαύρους ψυχοσώστες.
Έλληνες θα ειπεί να σταθείς μπροστά στη στήλη του Κεραμεικού και να διαβάσεις το επιτύμβιο: ΣΤΑΘΙ ΚΑΙ ΟΙΚΤΙΡΟΝ. Σταμάτα, και δάκρυσε· γιατί δε ζω πιά. Κι όχι να σκαλίζεις πάνω σε σταυρούς κορακίστικα λόγια και νοήματα: προσδοκώ ανάσταση νεκρών.
Έλληνες θα ειπεί το πρωί να γελάς σαν παιδί. Το μεσημέρι να κουβεντιάζεις φρόνιμα. Και το δείλι να δακρύζεις περήφανα. Κι όχι το πρωί να κάνεις μετάνοιες στα τούβλα. Το μεσημέρι να γίνεσαι φοροφυγάς στο κράτος και επίτροπος στην ενορία σου. Και το βράδυ να κρύβεσαι στην κώχη του φόβου σου, και να ολολύζεις σα βερέμης. Ακόμη κι ο Ελύτης, καθώς εγέρασε, τό ‘ριξε στους αγγέλους και στα σουδάρια. Τι απογοήτεψη…
Έλληνες θα ειπεί όσο ζεις, να δοξάζεις με τους γείτονες τον ήλιο και τον άνθρωπο. Και να παλεύεις με τους συντρόφους τη γη και τη θάλασσα. Και σαν πεθάνεις, να μαζεύουνται οι φίλοι γύρω από τη μνήμη σου, να πίνουνε παλιό κρασί, και να σε τραγουδάνε:
«Τρεις αντρειωμένοι εβούλησαν να βγουν από τον Άδη.
Ένας το Μάη θέλει να βγει κι άλλος τον Αλωνάρη.
Κι ο Δήμος τ’ αγια-Δημητριού ν’ ανοίξει γιοματάρι.
Μια λυγερή τους άκουσε, γυρεύει να την πάρουν.
Κόρη, βροντούν τ’ ασήμια σου, το φελλοκάλιγό σου,
και τα χρυσά γιορντάνια σου, θα μας ακούσει ο Χάρος».



Πηγή: Αποσπάσματα από το βιβλίο «Γκέμμα» του Δημήτρη Λιαντίνη (κεφάλαιο «Ο Ελληνοέλληνας»)


Διαβάστε περισσότερα: http://www.pare-dose.net/?p=3018#ixzz14hxyZ9AI